Καθώς έρχομαι σε επαφή με τα παιδιά στο κέντρο επικοινωνίας, καταλαβαίνω ότι μας θεωρούν «δικούς τους». Δεν ξέρω αν μας εντάσσουν στο σόι, τη γειτονιά, τους φίλους, μια φορά μας θεωρούν δικούς τους και δεδομένους. Με ρωτάνε καμμιά φορά,γιατί λέμε ο ένας τον άλλο «εθελοντές» και τους λέω ότι η λέξη εθελοντής βγαίνει από τη λέξη θέλω. Ότι ο καθένας από τους εθελοντές, έχει μια δική του ζωή με δικές του ασχολίες. Και ότι μέσα σ’ αυτήν την ζωή με την δική της καθημερινότητα, διαθέτη ένα μέρος του χρόνου του για να γνωρίσει τα παιδιά και να σταθεί δίπλα τους προσφέροντας τον εαυτό του. Και όλο αυτό το κάνει επειδή θέλει. Και επειδή θέλει, τον λέμε εθελοντή. Τα παιδιά με κυττάνε σα να λένε, «Τι βλακείες είναι τώρα αυτές, αυτοί είναι δικοί μας, φυσικά και θέλουν. Αυτό είναι το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο.» Και τότε δεν ξέρω τι να απαντήσω γιατί έχουν δίκιο.
Ενας στρατός του «Θέλω», έκανε και το θαύμα του Σαββατοκύριακου. Ο Θάνος βρήκε το χώρο. Ο Μανώλης έκανε τ’ αρχιτεκτονικά, η Εμμυ την διακόσμηση και ο Σπύρος όλες τις υποδομές. Το ίδιο διάστημα η Εύα με την ομάδα της μαγείρευαν, η Χριστιάννα με τη δική της έφτιαχναν χειροτεχνίες, ο Γιώργος συντόνιζε την οργανωτική ομάδα και έγραφε το «εγχειρίδιο οργάνωσης μπαζάρ», ο Πέτρος οργάνωνε την έκθεση των εικαστικών, ο Βασίλης της μεταφορές, η Εστερ με το Θοδωρή την διαδικτυακή μας επικοινωνία, η Λία με το Γιώργο την πολιτική τιμών. Γύρω από όλους αυτούς, ένα σμήνος ανθρώπων, έβαζε τον εαυτό του για την υλοποίηση του πιο φιλόδοξου μπαζάρ από καταβολής Δρόμων Ζωής. Γιατί? Δεν είμαι τόσο σίγουρη ότι πρόκειται για το αυτονόητο, το «δει δη χρηματων, ω άνδρες Αθηναίοι». Έχω την αίσθηση ότι κάπου πολύ κοντά στην αρχή της διοργάνωσης, μετέθεσαν όλοι τους το στόχο από το πρακτικό διακύβευμα στο ουσιαστικό βίωμα.
Λέμε συχνά, ότι οι Δρόμοι Ζωής έχουν δύο άξονες γύρω από τους οποίους περιστρέφεται το έργο τους. Ο ένας είναι φυσικά η στήριξη των παιδιών και των οικογενειών τους. Ο άλλος είναι η διάδοση στην κοινωνία της ανάγκης για συμμετοχή και για προσφορά του «είναι». Οι εθελοντές του μπαζάρ, εξυπηρετούν τον πρώτο στόχο κυρίως επειδή στηρίζουν τον δεύτερο.
Παρατηρώντας τη συνέργεια των ανθρώπων στο μπαζάρ, όχι μόνο μεταξύ των εθελοντών, αλλά και την διάδραση των εθελοντών με τους καλεσμένους (δε θέλω να λέω κοινό), διαπιστώνω κάθε φορά, ότι το 50% της δικαίωσης των εθελοντών, δεν προκύπτει από το οικονομικό αποτέλεσμα του μπαζάρ, αλλά από το γεγονός ότι οι άνθρωποι ήρθαν και είδαν το έργο τους και το καμάρωσαν και τους άρεσε. Τους βλέπω κάθε χρόνο όταν ανοίγει το μπαζάρ το Σάββατο το πρωί και είναι όλοι περιποιημένοι, όμορφοι και χαρούμενοι, πώς το καμαρώνουν οι ίδιοι και λένε ο ένας στον άλλον, «ωραίο έγινε, έ?». Είναι το έργο των χειρών τους. Είναι το έργο της ψυχής τους. Είναι το πανηγύρι τους και το γλεντάνε όσο μπορούν. Και δι αυτής της χαράς, καθαίρεται κάθε χρόνο η αγωνία, η κούραση, το τρελλό πήξιμο, το άγχος, που έχει για να στηθεί όλο αυτό το πανηγύρι.
Φέτος, καθαρίσαμε για δύο χρόνια. Το φετινό και το περσινό. Παρόλο που δεν πιάσαμε το στόχο μας πέρσυ, εντούτοις και εντελώς αντικειμενικά, το αποτέλεσμα του μπαζάρ δεν ήταν καθόλου ευκαταφρόνητο αν λάβει κανείς υπόψιν του της συνθήκες. Όμως η κάθαρση, δεν επήλθε. Κανείς από αυτούς τους ανθρώπους που δούλεψαν τόσο σκληρά και αγωνίστηκαν με όλη τους τη δύναμη για να κάνουν το «θέλω» τους πραγματικότητα, δεν το είδε να ολοκληρώνεται και να ηρεμεί. Δεν ήταν μόνο τα επεισόδια που μας απομόνωσαν στα Εξάρχεια ενώ η Αθήνα φλεγόταν. Ηταν το βαρύ πένθος για τον Αλέξη. Ήταν η αγωνία για το τι θα πούμε στα παιδιά. Ήταν ακόμα η αναρώτηση για το αν προσπαθούμε επι ματαίω. Αν τελικά είναι δυνατόν ν’ αλλάξει ο κόσμος… Νοιώσαμε λίγο μετέωροι βλέποντας ότι η προσπάθειά μας να στηρίξουμε τα παιδιά ώστε να είναι ελεύθερα και χωρίς δεκανίκια στην κοινωνία, μπορεί να πάει στράφι σε 10 δευτερόλεπτα από μια σφαίρα. Για λίγο, ματαιωθήκαμε. Και για αρκετό διάστημα μετά, είμασταν μουδιασμένοι. Υπήρχε άραγε νόημα στο «θέλω» μας?
Ευτυχώς, γρήγορα ανασυνταχθήκαμε. Μέσα από πολλές διεργασίες, ατομικές και ομαδικές, στηρίξαμε ξανά το θέλω μας στην αλήθεια της ψυχής μας, αλλά κυρίως στο ότι τα παιδιά μας θεωρούν δεδομένους. Υπάρχει μια μεγάλη αλήθεια κι ένα δίκιο στη ματιά των παιδιών. Τα παιδιά γνωρίζουν ότι τους αξίζουν όλα τα δώρα της ζωής. Και γνωρίζουν ότι υπεύθυνοι για να φτάσουν τα δώρα σ’ αυτά είναι οι μεγάλοι. Θεωρούν λοιπόν αυτονόητο, ότι τα δώρα πρέπει να τα πιάσουμε εμείς στα χέρια μας για να τους τα δώσουμε. Αλλιώς δεν γίνεται. Στα μάτια των παιδιών, η κοινωνία καθρεφτίζεται ως ώφειλε να είναι. Και ο ρόλος του καθενός μας σ’ αυτήν είναι συγκεκριμένος. Αυτή η θεώρηση, δεν μας άφησε περιθώρια να αμφισβητηθούμε επι μακρόν. Έπρεπε να σηκώσουμε τα μανίκια και να δουλέψουμε σκληρά γι αυτά που πιστεύουμε και θέλουμε.
Το φετινό μπαζάρ, ξεπέρασε κάθε μας προσδοκία. Πεισμώσαμε και δουλέψαμε σκληρότερα από κάθε άλλη φορά. Φτιάξαμε περισσότερα και καλύτερα πράγματα, αξιοποιήσαμε το χώρο με τον καλύτερο τρόπο, γλεντήσαμε πιο ξέφρενα από κάθε άλλη φορά και επικοινωνήσαμε με τους καλεσμένους μας πιο βαθειά, πιο ουσιαστικά, πιο εγκάρδια. Αγκαλιαστήκαμε σφιχτά με τα παιδιά και μεταξύ μας. Και το βράδυ της Κυριακής τα βλέμματά μας ήταν πια πιο ήρεμα και πιο βαθειά ακόμα και πριν μάθουμε πως πήγαμε οικονομικά. Γιατί μέσα μας ξέραμε ότι είχαμε πετύχει. Ξέραμε ότι προσφέραμε τον καλύτερο εαυτό μας, αλλά είχαμε δει και στα μάτια σας ότι το καταλάβατε και το απολαύσατε όσο εμείς.
Σας ευχαριστούμε όλους όσους ήρθατε στο μπαζάρ μας, κατ’ αρχήν επειδή ήρθατε. Επειδή θέλατε να έρθετε. Αυτό είναι που μας κάνει ίδιους. Αλλά και επειδή, τόσο ειλικρινά, μας δείξατε ότι σας άρεσε η δουλειά μας και τόσο γενναιόδωρα στηρίξατε τη λειτουργία του κέντρου επικοινωνίας με τις αγορές σας.
Προσωπικά, ευχαριστώ όλους τους φίλους μου στους Δρόμους Ζωής, την οργανωτική ομάδα του μπαζάρ, και όλους τους εθελοντές που δούλεψαν γι αυτό, γι αυτή την υπέροχη μεθυστική εμπειρία που είναι να δουλεύεις μαζί τους και να τους αγαπάς. Ευχαριστώ και όλους εκείνους τους ανθρώπους που δεν μας ήξεραν και ήρθαν να δουλέψουν για μας τόσο αφοσιωμένα και σκληρά θα έλεγα. Όπως λέει και η Μάτα : «Καλά εμείς, αυτοί που μας ξέρουν κι έρχονται και ρίχνουν τόση δουλειά για τη δική μας τρέλλα?».
Ιδιαίτερα θέλω να ευχαριστήσω τους ανθρώπους που ταξίδεψαν από μακριά για να έρθουν στο μπαζάρ μας. Την Αλέττα που ήρθε από την Ολλανδία με την παεγιέρα της κι έκανε το μπουφέ Villabajo. Την Ασπα, το Ντίνο και τη Μάρω που κάθε χρόνο κατεβαίνουν από τη Θεσσαλονίκη κουβαλώντας τον σύμπαντα κόσμο. Την Φρατζέσκα και το Μήτσο που ήρθαν από τας Μυκόνους με την αγωνία των μποφωριώνε στο κάβο ντόρο. Την Ιωάννα και το Φοίβο που ήρθαν από την Κύπρο για πρώτη φορά ειδικά για το μπαζάρ. Έχω να τους πω, ότι στο εξής τους θεωρούμε δεδομένους. Είναι δικοί μας.
Δικοί μας είναι και οι εικαστικοί :
Γιάννης Αδαμάκης, Μιχάλης Αδάμης, Φαίδωνας Αναστασιάδης, Αννίτα Αργυροηλιοπούλου, Μαργαρίτα Βασιλάκου, Ιουλία Βεντίκου, Βασίλης Βλασταράς, Καίσαρας Βρεττός, Μαρία Γιαννακάκη, Μαρία Γλύκα, Κορνήλιος Γραμμένος, Νίκος Δεσεκόπουλος, Βασίλης Ζωγράφος, Θάνος Κλωνάρης, Astrid Κόκκα, Γιώργος Κυπρής, Δημήτρης Μηλιώτης, Άλκηστις Μιχαηλίδου, Δημήτρης Μπάμπουλης, Ντιάνα Μπισογιάννη, Κατερίνα Παπαδημητροπούλου, Νίτσα Πίκουλα, Παναγιώτης Σιάγκρης, Νίκος Σταυρακαντωνάκης, Γιάννης Στεφανάκις, Δημήτρης Τζάνης, Μανώλης Χάρος, Έρση Χατζηαργυρού, Florence Χρηστάκη. Τους είμαστε ευγνώμονες για την προσφορά των έργων τους και ιδιαίτερα στο Βασίλη Βλασταρά για την στήριξή του για δέυτερη φορά στη διοργάνωση της έκθεσης.
Δικοί μας είναι και οι άλλοι, στο radiobubble. Που γίνανε οι πρότυποι χορηγοί επικοινωνίας του μπαζάρ, από ιριδιούχο λευκόχρυσο. Αυτούς θέλουμε. Μ’ αυτό το ήθος και μ’ αυτό το ύφος. Αποστόλη, και όλα τα παιδιά, ευχαριστούμε από καρδιάς.
Ένα μεγάλο ευχαριστώ αξίζει και στους τέσσερις μουσικούς που εμφανίστηκαν στα εγκαίνια της έκθεσης, συγκινώντας το κοινό, τους εθελοντές και κυρίως τα παιδιά που δεν έιχαν εκτεθεί ξανά σε παρόμοια ακούσματα. Στην υψίφωνο Ελένη Κουτσούμπη που τραγούδησε την άρια La Wally, από την ομώνυμη όπερα του Α. Catalani και που οργάνωσε και μας έφερε και τους φίλους της να τραγουδήσουν κι αυτοί στη γιορτή μας :Την μεσόφωνο Ειρήνη Τζανετουλάκου που τραγούδησε την άρια Che faro senza Euridice από το έργο Orfeo ed Euridice του C.W. Gluck. Τον τενόρο Αλέξανδρο Ζαφειρακόπουλο, που τραγούδησε το τραγούδι “Τα δικά σου τα μάτια” του Γιαννίδη. Την πιανίστα Δήμητρα Χόνδρου που συνόδευσε με το πιάνο της τους τραγουδιστές.Σας ευχαριστούμε θερμά. Προσφέρατε στα παιδιά και σε μας μια μοναδική εμπειρία.
Κλείνω την αυλαία, αναπολώντας την τελική στιγμή του μπαζάρ. Τα αναφιλητά μου στην αγκαλιά της κυρίας Εύας, καθώς ανακοινωνόταν το οικονομικό αποτέλεσμα στους εθελοντές. Εύα, χωρίς εσένα, εγώ δεν το έβγαζα αυτό το μπαζάρ, με τίποτε όμως! Σ’ αγαπώ πολύ. Με εμπνέεις.
Το ίδιο με εμπνέουν η Μινεβέρ, ο Φερίτ, ο Ρετζέπ, η Ντομπρίνκα, η Σανιέ, ο Χιλμί, ο Εργκίν, η Γκιουλσέμ, η Γκιουλτέμ, η Γκαμζέ, η Μπαριέ, ο Ναζμί, ο Γκιουντού, ο Κορρέα, ο Ιρφάν, ο Αλή, ο Μουσταφά, ο Χασάν, η Ζεχρά, η Εμπρού, η Φατμέ, η Φαιζέ και όλα τα 85 παιδιά του κέντρου επικοινωνίας. Παιδιά, αλλάξατε τη ζωή μου.
Και του χρόνου να ‘μαστε καλά και να συνεχίσουμε να θέλουμε. Έτσι μένουμε ζωντανοί.
Και τώρα, θέλω … Καλά Χριστούγεννα.
Πρόσφατα σχόλια