Φέτος συμπληρώνω 4 χρόνια επαφής και εθελοντικής παρουσίας στους Δρόμους Ζωής. Θυμάμαι ακόμα την πρώτη μέρα που πήγα εκεί. Το κέντρο ήταν ακόμα στη Δαμοκλέους. Ήταν καλοκαιράκι, 7 Ιουνίου και ο Κώστας είχε συγκαλέσει μια συγκέντρωση των εθελοντών του δημοτικού. Μου έκαναν πολύ εντύπωση η φάτσες που έβλεπα. Η Άννα, ο Νικήτας, η Ναταλία, η Θώμη, ο Θοδωρής και ο Μπάμπης βεβαίως, όλοι νέα παιδιά, όλοι δροσεροί και χαρούμενοι και αφοσιωμένοι στα προβλήματα της επικοινωνίας, της διδασκαλίας, της επαφής με τα παιδιά. Τους ερωτεύτηκα. Και κόλλησα.

Δεν ήξερα τότε τι μπορώ να κάνω για τους Δρόμους Ζωής. Είπα στον Κώστα και στη Μάτα για τις σπουδές μου. Για τη δουλειά μου, μήπως θέλανε Γαλλικά ή Αγγλικά να κάνω στα παιδιά, αλλά πώς να γινότανε που η δουλειά μου δεν μου επιτρέπει να δεσμευτώ για σταθερή μέρα και ώρα?

Αργότερα, ήρθε η συζήτηση για το μπαζάρ. Χρειαζόταν μια λύση σε κάποιο οργανωτικό πρόβλημα και έτυχε να μπορώ να βοηθήσω σ’ αυτό. Βλέποντας το μπαζάρ να στήνεται και γνωρίζοντας τις κυρίες που το οργάνωσαν, μιλώντας με τη Μάτα, άρχισα σιγά-σιγά να δουλεύω γι αυτό χωρίς να το έχω πάρει είδηση. Λίγο μετά το μπαζάρ, μπαίνοντας το 2005, η Μάτα κι ο Κώστας σκέφτηκαν να δημιουργήσουν μια ομάδα Λειτουργικής Υποστήριξης. Να μαζέψουν εκείνους τους εθελοντές που «χωνόντουσαν» ευκολότερα στη δουλειά και να συστήσουν μια ομάδα που θα αποφάσιζε για τις ενέργειες και τις δράσεις των Δρόμων. Τότε ήταν που μου έκαναν την τιμή να με προσκαλέσουν να εργαστώ γι αυτή την ομάδα. Πήρα και τίτλο : Υπεύθυνη Δημοσίων Σχέσεων. Τον έφερα (και τον φέρω ως σήμερα) με πολύ μεγάλη περηφάνεια. Όχι σαν οφίκιο, σαν αξίωμα, όχι. Αλλά με την τιμή που νοιώθω να έχει. Ότι οι αληθινοί εθελοντές των Δρόμων Ζωής, εκείνοι που κάνουν εργασία «πεδίου» δουλεύουν δηλαδή με τα παιδιά, υλοποιώντας καθημερινά τα οράματα της οργάνωσης, με διάλεξαν για να ασχοληθώ με το κομμάτι που μπορώ να κάνω καλύτερα. Ένοιωθα, ότι αυτός ο τίτλος έκλεβε λίγη από την ουσία της δουλειάς τους. Και παρόλο που ένοιωθα ότι δεν το άξιζα, ήμουν περήφανη που βρισκόμουν ανάμεσα σε τόσο θαυμαστούς ανθρώπους. Ότι είχα την εμπιστοσύνη τους.

Ακολούθησαν άλλα τρία μπαζάρ στα οποία είχα ενεργή ανάμειξη. Κι ενώ αλληθώριζα προς τη δουλειά με τα παιδιά, τη φοβόμουν κιόλας. Έλεγα στον εαυτό μου : «Αν δουλέψεις με τα παιδιά θα τα αγαπήσεις. Αν τα αγαπήσεις και δεθείς μαζί τους, ίσως πονέσεις. Άστο καλύτερα. Εξάλλου τα παιδιά δεν σε ξέρουν. Κι άσε που δε θα τα καταφέρεις. Ούτε υπομονή έχεις, ούτε εμπειρία. Άστο, λέμε!» Στο διάστημα αυτό, τα παιδιά είχαν αρχίσει να με γνωρίζουν και να με χαιρετάνε. Έβλεπα τα πρώτα παιδιά που είχα γνωρίσει, τον Αλισμάν, τον Τουντζάι, τον Εργκούτ, τον Ιρφάν, το Χουσείν, να έχουν γίνει άντρες ολόκληροι. Ο Μεσούτ, η Νιλσέν, η Τσιμέν, η Ιλιάνα, η Εργκέστα, ολόκληρες κοπέλες, έφτασαν στο Λύκειο. Ο Χιλμί πήγε πρωτάκι, δευτεράκι φέτος. Τα παιδιά μεγάλωναν και μου άρεσε που με θυμούνταν, που με άφηναν να τ’ αγκαλιάσω και να τα φιλήσω.

Το Σεπτέμβριο η Μάτα είπε : Φέτος θα κάνουμε ομάδες καινούργιων δραστηριοτήτων που θα μαθαίνουν στα παιδιά κι άλλα πράγματα εκτός από μαθήματα. Ξεκινήσαμε ομάδα γιόγκα, art therapy, ταε κβο ντο και… ομάδα μαγειρικής.
Για την ομάδα μαγειρικής ήμουν πολύ διστακτική. Δεν ήξερα αν θα ενδιέφερε τα παιδιά, αν θα ήθελαν να συμμετάσχουν, αν θα υπήρχαν άλλοι εθελοντές να μοιραστούμε τα μαθήματα, και βέβαια πως θα γινόταν η οργάνωση των μαθημάτων. Μ’ ένα μαγικό τρόπο όμως, που πιστεύω πως κυρίως οφείλεται στην πίστη της Μάτας ότι κάθε φορά που μας προκύπτει μια ανάγκη αμέσως βρίσκεται και λύση, όλα τα προβλήματα μπήκαν στη θέση τους.

Να οργανωθούν τα μαθήματα πριν το μπαζάρ, ήταν αδύνατον. Ούτε κουζίνα δεν είχαμε πόσο μάλλον που τα δικά μου τρεχάματα ήταν άνευ προηγουμένου. Και ξαφνικά προς τα τέλη Νοεμβρίου, βρίσκεται ολοκαίνουργια κουζίνα και απορροφητήρας. Στη διάρκεια του μπαζάρ, συνειδητοποιώ, ότι τα παιδιά έχουν δηλώσει συμμετοχή στα μαθήματα μαγειρικής και με ρωτάνε κάθε 10 λεπτά «κυρία η μαγειρική πότε θ’ αρχίσει?» Μέσα στο Νοέμβρη, μας βρίσκει και ο πρώτος εθελοντής, ο Αλέξης, που δηλώνει το ενδιαφέρον του για τα μαθήματα. Και στη διάρκεια του μπαζάρ, δηλώνουν συμμετοχή άλλοι δύο. Η Εύα και ο γνωστός σε όλους Μπλογκομάγειρος. Η κουζίνα οργανώνεται και τίποτε πια δε μας χωρίζει από την υλοποίηση των μαθημάτων.

Η Μάτα καταρτίζει ένα κατάλογο παιδιών που θα συμμετέχουν στα μαθήματα. Είναι μια ομάδα 8 αγοριών, που θα κάνουν μάθημα κάθε Σάββατο πρωί. Οι 4 εθελοντές μοιραζόμαστε εκ περιτροπής τα 4 Σάββατα του μήνα. Τα παιδιά είναι ενθουσιασμένα. Στο πρώτο μάθημα, ο Μπλογκομάγειρος δείχνει κέηκ. Τα παιδιά παρακολουθούν το φούρνο σα να βλέπουν ταινία δράσης στην τηλεόραση. Με άπειρη αγωνία. Υπάρχει μια μαγεία στην ατμόσφαιρα της κουζίνας μας, που θα ήθελα να τη δείτε.

Το πιο ωραίο απ’ όλα είναι ότι τελειώνοντας η μαγειρική όλοι όσοι βρίσκονται στο κέντρο, εθελοντές και παιδιά, κάνουν ουρά για να δοκιμάσουν αυτό που έφτιαξε η ομάδα μαγειρικής. Η κουζίνα πυρπολείται από μύτες που μυρίζουν και χέρια μάτια που κυττάζουν εξεταστικά από την πόρτα και το παράθυρο για να δουν τι κάνουμε. Το κέντρο επικοινωνίας μας, από το Σεπτέμβριο που πήγαμε στην Γαργηττίων κι αλλάξαμε χώρο, έγινε σπίτι. Τα μεσημέρια του Σαββάτου όμως γίνεται το πιο σπιτένιο σπίτι που μπορείτε να φανταστείτε.

Όταν λοιπόν ο Μητσούλης ο Ρουσουνέλος μου πρότεινε να καλέσω τη σούπα της χρονιάς στο Γκάζι, σκέφτηκα ότι δεν θα υπήρχε καλύτερη ευκαιρία για να εκφράσουμε τη σημασία που έχει για μας η μαγειρική. Αλλά δεν θα υπήρχε και καλύτερη έκφραση της φιλοσοφίας της σούπας της χρονιάς από την φιλοξενία της στην κουζίνα των Δρόμων Ζωής.

Η Μάτα δέχθηκε με χαρά, οι εθελοντές της μαγειρικής επίσης, τα δε παιδιά ενθουσιάστηκαν. Σκεφτήκαμε λοιπόν να οργανώσουμε ένα πάρτυ. Ένα πάρτυ μεγάλο, που με αφορμή τη σούπα θα φιλοξενήσει εδέσματα από διάφορα σπίτια της Αθήνας. Πολλοί εθελοντές των Δρόμων Ζωής θα μαγειρέψουν από κάτι και θα το προσφέρουν για το πάρτυ. Το ίδιο και ορισμένες από τις μαμάδες των παιδιών. Κάποιους μπαμπάδες ίσως τους χώσουμε ν’ ανάψουν φωτιά και να ψήσουν σουβλάκια για όλους. Και το κυριότερο εκτός από την ομάδα μαγειρικής που θα φτιάξει τη σούπα, όποιος έρθει θα έχει την ευκαιρία να δει και την πρώτη δημόσια performance της ολοκαίνουργιας ομάδας χορού του κέντρου.
Όπως καταλάβατε δεν πρόκειται απλώς για πάρτυ αλλά για πανηγύρι.

Το πανηγύρι της σούπας θα γίνει

το Σάββατο 17 Μαΐου, 8:30 το βράδυ

στο κέντρο επικοινωνίας των Δρόμων Ζωής, Γαργηττίων 12, Γκάζι.

Το πάνηγύρι είναι ανοιχτό και η είσοδος ελεύθερη.

Σας περιμένουμε με ανοιχτή αγκαλιά. Αν μάλιστα θέλετε, μπορείτε να συμμετέχετε στο μπουφέ με μια σπεσιαλιτέ σας (με μια μικρή συνεννόηση μαζί μου στο μέηλ μου). Το νόημα αυτού του πανηγυριού είναι ακριβώς αυτό. Ότι η κουζίνα μας ενώνει όλους.

Με κάλεσε ο kopoloso.

Προσκαλώ τον Τζων Μπόη.

Ολα αυτά γίνονται για το http://autographcollectors.blogspot.com.

Synchronicity
Originally uploaded by caribb
.
.
.

Οι διακοπές για μένα τελειώνουν τη μέρα που φεύγει η αδελφή μου. Όπως ακριβώς αρχίζουν τη μέρα που έρχεται.

Σήμερα, Κυριακάτικα, ξύπνησα στις 7:00. Τώρα πρέπει να εχει επιβιβαστεί, σκέφτηκα. θα την πήγαιναν στο αεροδρόμιο οι γονείς. Της πρότεινα να την πάω εγώ, αλλά οι γονείς κοιμούνται εξ’ ορισμού λιγότερο και θέλουν να τη δουν μέχρι το τελευταίο δευτερόλεπτο.Την αγκαλιάζουν, και γυρίζουν πίσω με άδεια αγκαλιά.

Αυτό είναι το πρόβλημα με τους αποχαιρετισμούς. Η άδεια αγκαλιά. Όποτε και να χαιρετήσεις τον άλλον, η αγκαλιά σου πάντα ακολουθεί το ίδιο pattern. Ανοίγει, γεμίζει, μένει έτσι γεμάτη για μερικά δευτερόλεπτα, την κρατάς για να μείνει μέσα της το αποτύπωμα του σώματος του άλλου, να το θυμάται η αγκαλιά σου και μετά ανοίγει κι αδειάζει. Και τα πρώτα δευτερόλεπτα σκέφτεσαι : Ετσι θα είναι τώρα? Και παίρνεις το φτωχό σαρκίο σου με την άδεια αγκαλιά σου και φεύγεις. Ετσι θα είναι τώρα.

Μέχρι την επόμενη φορά που η αγκαλιά σου θα ξαναγεμίσει για λίγο.

Καλό ταξίδι Μυρτώ. Να προσέχεις. Μου λείπεις, ήδη.

Ευγνώμων για την εκδρομή, η Μάγια

Η Μάγια κατατροπώνει το μηριαίο του Αρνάκη

Φωλιά στην αροκάρια

Υλικά οικοδομών...

Η στρνα του θείου Ανδρα

Γυρίνοι

Περισσεύει κανα μεζεδάκι?

Ευτυχείτε!

Οι ψήστες

Ο θείος Πτρος και η θεία Εφη

Οι γονείς μου

Το βαφτιστήρι μου

Ο θείος μου ο Ανδρας

Ο θείος Ανδρας χορεύει με τη θεία Τούλα

Τα ανηψάκια μου με τη Μυρτώ

Χορεύοντας με το θείο Ανδρα

Η μαμά μου και το βαφτιστήρι μου.

Στην Ανθούλα

Στη Λουίζα Κορνάρου

Με αφορμή αυτό. Συνεταιράκι,σ’ ευχαριστώ που χρονιάρες μέρες έβγαλες από τη ντουλάπα την (καλά κρυμμένη :-b ) ευαίσθητη πλευρά του εαυτού μου.

Καλή Ανάσταση σε όλους

Που λες, όταν ήμουν μικρή, η μαμά μου κάθε Πάσχα μας αγόραζε (ή μας έραβε) καινούργια ανοιξιάτικα ρούχα.

Το σύστημα είχε ως εξής : Φόραγες τα καλά σου το πρωί της Μ. Παρασκευής, στην Αποκαθήλωση και φυσικά στην Ανάσταση, το Μ. Σάββατο το βράδυ. Στην Αποκαθήλωση, η εκκλησία ήταν πάντα γεμάτη κόσμο που φορούσε τα καλά του. Τα κορίτσια (τα ιθαγενή δηλαδή, όχι εμείς) ανέβαιναν στον γυναικωνίτη με πανεράκια γεμάτα λεμονανθούς και έραιναν τον Επιτάφιο. Μια φορά ανέβηκε και η αδελφή μου και σήμερα είναι δημότης Πόρου. Τέλος πάντων, στην Αποκαθήλωση φορούσες τα καλά σου, πάει και τέλειωσε. Και φυσικά, καινούργια κόκκινα παπούτσια. Όχι υποχρεωτικά κόκκινα, αλλά υποχρεωτικά καινούργια. Εμένα όμως μ’ αρέσανε πάντα τα κόκκινα λουστρίνια. Με από κάτω τακουνάκι που να περπατάς και να ακούγεται. Και κατά προτίμηση βραχιολάκι στον αστράγαλο. Αλλά και χωρίς, τα φόραγα. Αρκεί να ήταν κόκκινα. Όταν άρχισα να φοράω τακούνια, γύρω στα δεκάξι μου, τα πρώτα 8ποντα, κατάλαβα οτι το κόκκινο λουστρίνι με ψηλό τακούνι δεν είναι και πολύ κατάλληλο για την Αποκαθήλωση, οπότε το έκοψα. Εκείνα τα χρόνια, έπαιρνες ένα ζευγάρι καλά παπούτσια. Αυτά είχες, γάμο, κηδεία, επίσκεψη, αυτά φόραγες. Οπότε τα καλά μου παπούτσια, άρχισαν να έχουν διάφορα χρώματα. Κάθε χρονιά άλλο.

Η παράδοση περί των “καλών” στην Αποκαθήλωση, συνεχίστηκε και αργότερα. Ήταν μια εποχή (τέλη ‘80 αρχές ‘90) που πηγαίναμε στην εκκλησία με κάτι μακριές πλισσέ φούστες και μπροκάρ σακάκια που θα έπρεπε να μας μαζέψει η στυλιστική αστυνομία. Τα παπούτσια όμως, ήταν πάντα ωραία. Θυμάμαι κάτι πολύ ωραίες κουφετί γόβες το 89, ένα ζευγάρι φανταστικά sling backs Valentino από navy σατέν το ‘92, κάτι ωραιότατα γαλάζια πέδιλα με βραχιολάκι το ‘97 κι αν κάτσω να ψάξω στο υπόγειο, θα βρω πολλά κειμήλια που τα φυλάω για τον αρχαιολόγο του μέλλοντος, ή για κανένα kitscherella party.

Ευτυχώς κάποια στιγμή, έγινα 30 χρονών. Νομίζω ότι τότε ήταν που επιτέλους απέκτησα class. Τότε βέβαια απέκτησα και το shopping addiction που συντηρώ ευλαβικά άχρι τούδε. Οπότε, πηγαίνοντας για τα ανοιξιάτικα ψώνια, κατ’ αρχήν σταμάτησα να αγοράζω “καλά”. Διότι βγαίναμε από την εκκλησία μετά την αποκαθήλωση και κατεβαίναμε στην παραλία για καφέ. Αντε τώρα να κατέβεις στα καφέ της Κολώνας και της πλατείας Δημαρχείου ντυμένη Dame de Compagnie. Γίνονται αυτά? Οπότε, τα ψώνια μου διαφοροποιήθηκαν. Πήγαινα και ψώνιζα ελαφρά καλοκαρινά τζάκετς, μπλε, λευκά ή άσπρα κάπρι, μαρινιέρες, και κανα βαμβακερό απλό φόρεμα. Το navy look, ήταν και το όχημά μου για να ξαναβάλω κόκκινα λουστρίνια στη ντουλάπα μου, με τη μορφή, κυρίως, κόκκινων μοκασσινιών.

Φέτος, όλα ξεκίνησαν στη Μαδρίτη. Είδα σε μια βιτρίνα αυτήν την τσάντα. Τη λάτρεψα με την πρώτη ματιά.Η λουλουδ�νια τσάντα

Το βράδυ που πήγαμε με τα κορίτσια στη Διαγώνιο, πέρασα από ένα από τα πιο αγαπημένα μου μαγαζιά στην Αθήνα, που φτιάχνει χειροποίητα μπαλετάκια α λα παλαιά. Χαζεύοντας στη βιτρίνα είδα καινούργια σχέδια, φωτεινά χρώματα και μια φαντασία που δεν την είχα ξαναδεί σ’ αυτή τη βιτρίνα. Το αποφάσισα. Θα πήγαινα να παραγγείλω μπαλετάκια στα αγαπημένα μου ανοιξιάτικα χρώματα.

Τα παρέλαβα το Σάββατο.

Τα πολύχρωμα μπαλετάκια

Εχτές τα φόρεσα και πήγα τη λαμπάδα στη μπέμπα. Κράτησα και την καινούργια τσάντα. Και από σήμερα που έχω επισήμως μπει σε mood Πασχα, περιμένω την αδελφή μου που θα ρθεί το βράδυ της Μ. Τετάρτης να της τα δείξω.

Φέτος το Πάσχα θα τα έχει όλα. Πόρο, Λεμονοδάσος, λεμονανθούς, Αη Γιώργη, Μυρτώ, Γιώργο, Δήμητρα, βαφτιστήρι, γονείς, λουλουδένια τσάντα και κόκκινα μπαλετάκια. Α! Και λαμπάδες υπερπαραγωγή! Μην ξεχνιόμαστε.

σε σένα hypocrite lecteur, mon semblable, mon frere

Παρασκευή απόγευμα, γύρω στις 5:30, κάθομαι στο Θησείο και περιμένω το Βασίλη Βλασταρά. Εχω βγάλει από την τσάντα μου το πλουμιστό μπλοκάκι μου από οικολογικό χαρτί. Θα κρατήσω σημειώσεις για όλα. Καθώς περιμένω, σκέφτομαι : Αυτό που μου κάνει εντύπωση είναι που δέχθηκε να με δει ενώ γνώριζε οτι δεν έχω καμμία σχέση με την Τέχνη γενικότερα, ή τα εικαστικά ειδικότερα. Προσπαθώ να καταλάβω τι είναι αυτό που κάνει έναν καθηγητή πανεπιστημίου να έρχεται να συναντήσει έναν άγνωστο πολίτη με απορίες γύρω από την επιστήμη του. Δεν προλαβαίνω να σκεφτώ πολύ και σε λίγο έρχεται. Συστηνόμαστε, παραγγέλνουμε και του εξηγώ γιατί ζήτησα να τον συναντήσω. Τον ρωτώ αν μπορώ να κρατήσω σημειώσεις. Συμφωνεί.

Αρχίζει να μου μιλάει για τον Joseph Beuys. Μου εξηγεί οτι ο Beuys, συνέθεσε ένα μύθο για τη ζωή του, γύρω από το οποίο πλέχτηκε όλη η προσωπική του ιστορία και ο οποίος συνδεόταν στενά με τη μορφή και μεσα της καλλιτεχνικής του έκφρασης. Όταν ο μύθος αποκαλύφθηκε, ξεκίνησε μια μεγάλη συζήτηση γύρω από την “ηθική” στην Τέχνη. “Ο Beuys, μου εξηγεί ο Βλασταράς, μας έδειξε μια άλλη διάσταση της Τέχνης. Μας έμαθε να σκεφτόμαστε την Τέχνη με έναν άλλο τρόπο. Αλλαξε τον τρόπο με τον οποίο βλέπαμε την Τέχνη ως τότε.” Μου μιλάει με μια ήρεμη φωνή και με με μια βιασύνη πηδάει από θέμα σε θέμα. Νομίζω οτι θέλει να μου μάθει την ιστορία της Τέχνης μέσα σε μια ώρα, για να μπορέσω να διαλεχθώ μαζί του πάνω στο ζήτημα της ηθικής.

Πέντε λεπτά αφότου ξεκινήσαμε, κλείνω το μπλοκάκι για να τον παρακολουθήσω εξ όλης της διανοίας μου. Είναι χειμαρώδης. Εχει παρακολουθήσει όλες τις συζητήσεις που έχουν γίνει στα blog με αφορμή την εγκατάσταση με το σκύλο. Θεωρεί απαράδεκτο το γεγονός, αλλά αυτό δεν τον εμποδίζει να προσπαθεί να σκεφτεί όλες τις εκφάνσεις του ζητήματος. Τα κίνητρα του καλλιτέχνη, το καλλιτεχνικό του ποιόν, την ενδεχόμενη ψυχοπαθολογία του, την ευθύνη του κοινού, την ελευθερία, τη λογοκρισία.

Καθώς μιλάμε, τυχαίνει να περνούν από κει πρώην μαθητές του στην καλών Τεχνών και τον χαιρετούν. Του μιλάνε όλοι πολύ εγκάρδια. Δείχνει να χαίρεται πάρα πολύ που τους βλέπει. Κάθε φορά ξαναγυρνά στη συζήτηση με το ίδιο αμείωτο ενδιαφέρον.

“Αξίζει, μου λέει, να γίνει ένας ευρύς διάλογος γύρω από το θέμα της ηθικής. Να συμμετέχουν όχι μόνο εικαστικοί αλλά ενδεχομένως και άλλου είδους καλλιτέχνες αλλά και νομικοί, καθηγητές φιλοσοφίας, άνθρωποι που τους απασχολεί η ηθική και η εμπλοκή της με την ευρύτερη επιστημονική δραστηριότητα. Όπως μιλάμε για την βιοηθική, έτσι θα πρέπει να μιλήσουμε και για την ηθική στην Τέχνη.” Αρκεί να μην πέσουμε στην παγίδα του να συζητάμε για το “καημένο το σκυλάκι”, συμπληρώνει.

Μου εξηγεί συχνά οτι από τέτοιους διαλόγους δεν περιμένεις να βγει ένα συμπέρασμα. Δεν περιμένεις να υπερισχύσει η μία ή η άλλη άποψη. Το κέρδος σου είναι οτι ακούγοντας όλες αυτές τις διαφορετικές τοποθετήσεις, καταφέρνεις λίγο περισσότερο να βγεις από τα όρια του εαυτού σου και να προχωρήσεις τη σκέψη σου. Σκέφτομαι πόσο συχνά έχω χρησιμοποιήσει την Τέχνη, όχι για να βγω από τα όρια του εαυτού μου, αλλά για να βουτήξω ακόμα πιο βαθειά στη σκοτεινή σπηλιά του ασυνειδήτου μου.

Νοιώθω, και φεύγω από το θέμα, αλλά δεν πειράζει, νοιώθω λοιπόν συχνά την Τέχνη σαν ένα προστατευτικό κουκούλι γύρω μου. Παράδοξο? Ίσως. Η έκθεση που βιώνεις κάθε φορά που βρίσκεσαι μπροστά σ’ ένα έργο Τέχνης και συντονίζεις το ασυνείδητό σου μ’ αυτό, κάθε άλλο παρά προστατευτική είναι. Αντιθέτως σε ξυπνάει βίαια και σε σοκάρει. Όμως μ’ ένα ιδιαίτερο τρόπο νοιώθω σαν να έχω κάνει με την Τέχνη μια συμφωνία. Του τύπου “Εγώ θα σ’ αγαπώ κι εσύ θα μου δείχνεις το δρόμο για την ψυχή”. Τι βασανιστήριο που είναι αυτό, δεν το φαντάζεσαι εύκολα. Το μυαλό σταματάει να κινείται για στιγμές γύρω από την καθημερινότητα, τα πραγματικά προβλήματα, την πραγματική ζωή. Για στιγμές, στήνει παραστάσεις στη σκηνή του εαυτού σου. Το έργο τέχνης είναι το σκηνικό και μέσα σ’ αυτό το σκηνικό βλέπεις τους εαυτούς σου να συνδιαλέγονται μεταξύ τους, τις ανάγκες και τις επιθυμίες σου να χορεύουν έναν συμβολικό χορό και τις απαγορεύσεις να προσπαθούν να εκφοβίσουν όλους τους πρωταγωνιστές. Καμμιά φορά, οι επιθυμίες φοβερίζουν επίσης τις απαγορεύσεις και το έργο τελειώνει με μιας μορφής άτυπη ισοπαλία. Πως τώρα νοιώθω εγώ ασφάλεια μέσα σ’ όλο αυτό? Δεν το ξέρω. Ίσως να συμβαίνει γιατί οικειοποιούμαι τόσο το έργο που ακριβώς το μετατρέπω σε σκηνικό μου. Το γεγονός πως κάποιος άλλος “ζωγράφισε” το σκηνικό μου με κάνει να νοιώθω λιγότερο μόνη.

“Το πρόβλημα ξεκινάει, μου λέει συνεχίζοντας, από το γεγονός οτι έχουμε βασίσει την παιδεία μας πάνω στην παραδοχή οτι το μεγαλύτερο αγαθό για τον άνθρωπο είναι η ειρήνη. Τι να την κάνω την ειρήνη αν δεν έχω ελευθερία?” Κι εγώ σκέφτομαι πόσο φοβάμαι την ελευθερία.

Η συζήτηση κράτησε περίπου τρεις ώρες και αν δεν είχα αρχίσει να κρυώνω, δεν θα ήθελα να σταματήσει. Κατάλαβα γιατί δέχτηκε να με δει. Γιατί σαν αληθινός καλλιτέχνης, αναζητά να συνδιαλέγεται με ανθρώπους γι αυτό που του συμβαίνει. Την Τέχνη.

Νοιώθω τους καλλιτέχνες λίγο σαν αναχωρητές. Φορές φορές, νοιώθω οτι αυτη η αναχώρηση είναι μονόδρομος και για μένα. Μόνο που δεν έχω τα δικά τους εφόδια και δεν ξέρω προς τα που να αναχωρήσω. Νοιώθω όμως λίγο UFO. Λίγο μονη και χαμένη. Νοιώθω πως το καλύτερο κομμάτι του εαυτού μου δεν το καταλαβαίνει κανείς. Είναι κρυμμένο από όλα τα εν δυνάμει βέβηλα βλέμματα. Προσπαθώ συνειδητά να είμαι ο μέσος όρος για να μην τρελλαθώ. Κι αυτό το κομμάτι που είναι έτοιμο ν’ ανοίξει τα βρυσάκια κάθε στιγμή, το θάβω κάπου βαθειά για να μην κινδυνεύει. Καμμιά φορά, βρίσκει διέξοδο στην Τέχνη. όταν κάθεται και κλαίει σιωπηρά μπροστά σ’ ένα έργο. Εκείνες τις ώρες, εγώ αγωνιώ για το τι σκέφτονται οι άλλοι που το βλέπουν να κλαίει. Όμως αυτό δεν σταματάει. Κλαίει από χαρά που βρέθηκε μπροστά σε μια έκφραση δικών του συναισθημάτων από έναν άλλο άνθρωπο. Κλαίει από λύπη που δεν μπορεί να αναχωρήσει μέσα στο έργο Τέχνης. Αυτό το κομμάτι του εαυτού μου έχει πατρίδα του την Τέχνη. Όχι γιατί προέρχεται από αυτήν. Αλλά γιατί εκεί θέλει να καταλήξει.

Ίσως τώρα είναι λίγο περισσότερο κατανοητό γιατί με την πρόσφατη αφορμή, έχει ανοίξει μέσα μου το θέμα των προσδοκιώνπου έχει από την Τέχνη ο αδύναμος εαυτός μου.

Update :

Κανά δύο ώρες αφού ανέβηκε το ποστάκι αυτό, είδα την προσκληση του

Εννοείται οτι δεν ήθελα να το πιστέψω. Εννοείται οτι ο λόγος που το θεώρησα φάρσα και άρχισα να το ψάχνω περισσότερο, ήταν οτι δεν χωρούσε στο μυαλό μου τέτοια κτηνωδία. Η ιστορία είναι απλή:

Ένας εικαστικός, o Guillermo Vargas γνωστός και ως ‘Habacuc’, θέλοντας να καταδείξει την υποκριτική στάση του κοινού απέναντι στα αδέσποτα ζώα που πεθαίνουν κάθε μέρα στη χώρα του αβοήθητα από την πείνα και τις αρρώστιες, επινόησε την εξής “εγκατάσταση” : Έδεσε ένα σκύλο μ’ ένα κοντό σχοινί σε μια γωνιά της Galerie Codice όπου παρουσίαζε τη δουλειά του. Εγραψε πάνω από το σημείο αυτό με σκυλοτροφή τη φράση : ‘Eres Lo Que Lees’ που σημαίνει “είσαι αυτό που διαβάζεις” (υποθέτω κατ’ αντιστοιχία προς το γνωστό “είσαι ό,τι τρως”) και άφησε το σκυλί να αργοπεθάνει από δίψα και πείνα ενώ οι επισκέπτες της έκθεσης περνούσαν μπροστά του μην κάνοντας καμμία προσπάθεια να βοηθήσουν το σκυλί.

Αυτό είναι το σκεπτικό του εικαστικού (δυσκολεύομαι παρα πολύ να χρησιμοποιήσω τη λέξη καλλιτέχνης, όπως βλέπετε) για την πράξη του, όπως ο ίδιος το εκφράζει, ενδεχομένω κάτω από την πίεση της κοινής γνώμης.

Φαντάζομαι, πως κάθε ανθρώπινο ον που γίνεται κοινωνός αυτής της πληροφορίας, εμφορείται από συναισθήματα. Το πρώτο στάδιο που περασα εγώ ήταν η άρνηση. Αρνήθηκα να πιστέψω πως στο 2007, υπάρχουν άνθρωποι που μπορούν να μετέλθουν οποιοδήποτε μέσο, ακόμα και τον βασανισμό ή τη θανάτωση ενός ζώου για να κερδίσουν δημοσιότητα. Δεν ξέρω πόσο καταξιωμένος είναι ο εν λόγω άνθρωπος στο χώρο της δουλειάς του στη χώρα του την Κόστα Ρίκα ή σε άλλα μέρη στον κόσμο. Το βέβαιο είναι οτι αυτή η πράξη, αυτή η αποκαλούμενη “εγκατάσταση” τον έκανε γνωστό σε όλον τον κόσμο. Είμαι σίγουρη οτι χαρακτηρισμοί όπως “αμφιλεγόμενος”, “προκλητικός”, “πρωτοποριακός” ενδεχομένως θα προηγούνται του ονόματος και της ιδιότητάς του, όταν ο κόσμος θα αναφέρεται σ’ αυτόν στο μέλλον. Πιασάρικα πράματα, ωραία!

Την άρνησή μου προσπάθησα να τη στηρίξω με πληροφόρηση. Εψαξα στο google αλλά βρήκα δεκάδες σελίδες που αναφέρονταν στο γεγονός ως ανώνυμες πηγές. Αναζήτησα λοιπόν στα μεγάλα πρακτορεία ειδήσεων την αλήθεια, είτε με το όνομα του εικαστικού, είτε με την περιγραφή του γεγονότος. Δεν βρήκα τίποτε. Θεώρησα λοιπόν οτι πρόκειται για φάρσα, κάτι σαν τα γατάκια μπονζάι που κυκλοφορούσαν στο διαδίκτυο πριν μερικά χρόνια. Αφού ο nomad κατ’ αρχήν μ’ έβαλε στα αίματα, έψαξα τον Guardian και την La Prensa (μεγάλη εφημερίδα της Νιγαράγουα, όπου έγινε η έκθεση). Βρήκα λοιπόν εκεί τα άρθρα αυτά που περιγράφουν και επιβεβαιώνουν το γεγονός. Επι προσθέτως, άκουσα σήμερα το πρωί τον Γιώργο Φρατζεσκάκη να συνομιλεί με τον Κώστα Αρβανίτη στη Φυλή των φίλων του Διέση γι αυτό ακριβώς το θέμα. Φανατική αναγνώστρια της στήλης του Φρατζεσκάκη στο Κ (Κ9 life), πείστηκα οτι έχει κι ο ίδιος ερευνήσει ενδελεχώς το θέμα. Το είπε ξεκάθαρα : Κι ο εικαστικός υπάρχει, και η γκαλλερί υπάρχει και το συμβάν είναι γεγονός!

Πάει η πολυτέλεια της άρνησης. Την έχασα. Βρέθηκα μετέωρη μπροστά στη φρίκη της πράξης. Εχω να σας πω οτι τα περι “ευαισθησίας και υποκρισίας του κοινού” εγώ τουλάχιστον, τ’ ακούω βερεσέ. Τα κίνητρα του θύτη είναι ασαφή και ύποπτα. Άλλο με νοιάζει εμένα. Είναι πράγματι η ελευθερία της Τέχνης η ομπρέλλα εκείνη που θα σκεπάσει από την οργή του κόσμου αυτή την φρικαλεότητα? Σοβαρά το λέμε (το λένε, δεν πειράζει) οτι η ελευθερία της έκφρασης του καλλιτέχνη ξεπερνάει τα δικαιώματα των ζώων (τρέμω μήπως και ορισμένων ανθρώπων στο μέλλον)?

Στα δικά μου μάτια η υποκρισία βρίσκεται ακριβώς εκεί. Θεωρούμε οτι η πρόσβαση όλο και μεγαλύτερου κοινού στην Τέχνη, εξημερώνει τα ήθη, εκπολιτίζει τις κοινωνίες και πριμοδοτεί την αισθητική και την ευαισθησία του κόσμου. Την ίδια ώρα βαφτίζουμε “θυσία” την θανάτωση ενός ζώου, στο όνομα της ευαισθητοποίησης της κοινής γνώμης για το πρόβλημα των αδέσποτων. Τά’χω χάσει εγώ, ή πρόκειται για σχιζοφρένεια? Θεωρώ οτι ο καλλιτέχνης που θέλει να διαμαρτυρυθεί για κάτι έχει στη διάθεσή του πάρα πολλά εκφραστικά μέσα που τον βοηθούν να το κάνει διατηρώντας παράλληλα τον σεβασμό του για τη ζωή και τα δικαιώματά της.

Καταλήγω στο εξής: Δεν έχει καμμία σημασία αν το γεγονός είναι πραγματικό ή όχι. Σημασία έχει οτι ήρθε επί τέλους η ώρα να κάνουμε όλοι μαζί, εικαστικοί, κριτικοί και κοινό ένα διάλογο πάνω ακριβώς σ’ αυτά τα ηθικά δειλήματα που σχετίζονται με την Τέχνη. Θεωρώ τη λογοκρισία απαγορευμένη. Ταυτόχρονα όμως βρίσκομαι μπροστά σε μια σύγκρουση Τιτάνων. Η Τέχνη που κατά τη γνώμη μου είναι ο μέγιστος φορέας εκπολιτισμού και εξανθρωπισμού των κοινωνιών συγκρούεται με τα δικαιώματα της Ζωής, του μεγαλύτερου δείκτη πολιτισμού των κοινωνιών. Η σύγκρουση είναι μεγάλη και οφείλει να είναι γόνιμη. Η Τέχνη οφείλει να ορίσει το ηθικό της πλαίσιο. Δεν θέλουμε να την οριοθετήσουμε. Θέλουμε να την επαναπροσδιορίσουμε.

Σ’ αυτό το debate, πρέπει να συμμετέχουμε όλοι.

E-mail me

mdespell(@)gmail(.)com

Η εθελοντική μου δουλειά

Αξίζει να το δείτε

Π

PLINK

 

Μάιος 2008
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Απρ    
 1234
567891011
12131415161718
19202122232425
262728293031