Η μυρωδιά του κενού

8 02 2010

Κυριακή. Η ώρα που παίρνει να βραδιάσει. Στο πάρκο υγρασία. Περπατώ μόνη κι αναλογίζομαι το κενό. Μια μυρωδιά οικεία τρυπώνει ξαφνικά στο μυαλό μου. Μυρωδιά προστασίας και συντήρησης του χειμώνα μες στο καλοκαίρι. Οξύμωρη μυρωδιά. Ναφθαλίνη.

Ένοιωσα σαν η ουσία της να είχε κρυφτεί σ’ ένα αόρατο δωμάτιο στο πλάι του πάρκου. Σαν ένα πνεύμα να βρισκόταν κάπου εκεί, φορώντας ένα αόρατο, βαρύ παλτό, μάλλινο. Ένα παλτό, που μόλις είχε κατέβει απ’ το πατάρι. Κανείς δεν φαινόταν γύρω. Ούτε το δωμάτιο, ούτε το παλτό, ούτε το πατάρι, ούτε το πνεύμα. Μόνο η μυρωδιά της με έπειθε ότι όλα αυτά υπάρχουν. Ναφθαλίνη.

Το τούνελ του μυαλού, μ’ έβγαλε στο Λεμονοδάσος. Το πνεύμα τράβηξε το συρτάρι της ραπτομηχανής με το πεντάλ. Έβγαλε ένα παλιό κουτί από καλμόλ. Το άνοιξε, κουβαρίστρες, κουμπιά, τρέσες, βελόνες, μου το ‘δωσε να το μυρίσω. Γιαγιά και ναφθαλίνη.

Γυρίζω πίσω. Κυττάζω ξανά γύρω. Κανείς. Μόνο το κενό που περιέχω και με περιβάλλει. Επιλέγει να συντηρηθεί σε ναφθαλίνη.





Πάει κι ο αγαπημένος…

7 02 2010

Περιμένω στο ταμείο. Στέκεσαι πίσω μου στην ουρά. Πιάνεις στο χέρι σου το σακκουλάκι με τη βαλεριάνα για τη σαλάτα μου. Η μουσική στ’ ακουστικά μου, εκκωφαντική. Μου κάνεις νόημα. “Είναι καλή?” Βγάζω το ακουστικό. “Εμένα μ’ αρέσει πολύ. Είναι πολύ τρυφερή και δροσερή.”

Μου δείχνεις το φινόκιο στη χάρτινη σακκούλα. Στην κόρη μου αρέσει αυτό. Εγώ παίρνω σταμναγκάθι. Μ’ αρέσει πολύ.

Θες να μου μιλήσεις. Θες να μιλήσεις. “Αφού κλείσανε αγάπη μου τα μικρά τα μαγαζιά, πέσαμε όλοι στα τυποποιημένα. Εγώ δούλευα 15 χρόνια σ’ ένα μαγαζί, που είχαμε εξαιρετική μαναβική. Αυτά που φέρνουνε τώρα εδώ, εμείς τα ξέραμε από τότε. Επειτα έκλεισε το μαγαζί.”

“Πάει το μαγαζί, πάει κι ο αγαπημένος.” Σε κυττάζω απορημένη. “Πάει κι ο αγαπημένος. 60 χρονώ.” Παρατηρώ τα μαύρα σου ρούχα. Ενας κόμπος μου ανεβαίνει στο λαιμό.

“Πάει το μαγαζί, πάει κι ο αγαπημένος.”

Πληρώνω. Φεύγω. Συνεχίζεις την κουβέντα με την ταμία. Σε άλλο τόνο. Θες να μιλήσεις.





Μάσκα αντιγήρανσης.

1 02 2010

Κλικ στη μάσκα!

Τη βάζω, και πάω να χορέψω. Κι όποιος μπορέσει, ας με γνωρίσει.

Ελάτε κι εσείς, είναι για καλό σκοπό.





1-2-3-4

24 01 2010


Μ’ αρέσει η τάξη και η συμμετρία. Φοβάμαι όμως την ταξινόμηση. Μ’ αρέσουν τα πράγματα που μπορώ να θυμάμαι απ’ έξω και μ’ αρέσουν οι ζαβολιές.
1-2-3-4. Απλά πράγματα, ωραία νοικυρεμένα. Κι ύστερα έρχομαι και τα κάνω πυροτέχνημα με το πολύ μου.
1-1,5. Ωραίο, απλό. Λευκό και καθαρό σαν παλιό βαμβακερό σεντόνι. Κι ύστερα το δυναμιτίζω με κίτρινο και του αλλάζω ύφος, χρήση, το κάνω κουβέρτα για πολύχρωμα όνειρα.

Χαλβάς 1-2-3-4 (όχημα πυροτεχνημάτων)

1 κούπα λάδι
2 κούπες σιμιγδάλι
3 κούπες ζάχαρη
4 κούπες νερό

Κάνω σιρόπι με το νερό και τη ζάχαρη.
Καβουρδίζω το σιμιγδάλι στο λάδι μέχρι να πάρει βαθύ ξανθό χρώμα.
Αδειάζω το σιρόπι στην κατσαρόλα του σιμιγδαλιού ( Με πάρα πολύ προσοχή γιατί πιτσιλάει και καίει φριχτα!)
Αφήνω το σιμιγδάλι να απορροφήσει το σιρόπι.
Φορμάρω.
Κρυώνει.
Ξεφορμάρω.
Ωραία πράματα. Απλά μετρημένα.
;-)
Αρωματίζω το σιρόπι με κανέλλα, γαρύφαλλο, φλούδα πορτοκαλιού, λεμονιού, καμμιά φορά λικερ μαστίχα, όπως έκανε η γιαγιά μου η Θεοδότη, ή ρούμι. Καμμιά φορά, αφαιρώ μια ποσότητα ζάχαρης και την αντικαθιστώ με μέλι, ή σιρόπι σφενδάμου, ή καστανή ζάχαρη, ή πετιμέζι.
Λίγο πριν είναι έτοιμο το σιμιγδάλι για το σιρόπι, προσθέτω στο καβούρδισμα κουκουνάρι, καρύδια, σταφίδες, αμύγδαλα, ή όλα μαζί. Άλλοτε ψιλοκομμένα δαμάσκηνα, ή σύκα, μουλιασμένα σε ρούμι. Και τώρα τελευταία, το ξύσμα περγαμόντου που μου έδωσε η κυρία Εύα, από την πεθερά της.
Όταν ενώνω τα δύο, ξέρω πως έχω κάνει το 1-2-3-4, άνω κάτω. Αλλά μέσα στο χαλβά μου έχει Πόρο, Κύπρο, Τίνα, γιαγιά, Εύα, κι ό,τι άλλο θέλω.

Ύστερα ένα παιδί μου ψυθιρίζει : Σήμερα, ήταν η πιο ωραία μέρα. Κρατάω τη φράση του, χρυσό σκουλαρίκι και την κρεμάω στο αυτί μου.

Έτσι είμαι εγώ. Του πολύ.





Τάρτα με καρύδια pecan και σιρόπι σφενδάμου

21 01 2010

Για την κυρά ξαδέρφη μου τη Μαιρούλα.

Ξεκινάω την καινούργια χρονιά με ανακοινώσεις :

  1. Κάνω δίαιτα.
  2. Αη – Βασίλη, η απουσία σου, έγινε αντιληπτή. Δεν ξεχνώ!
  3. Κάνω δίαιτα.
  4. Βαρέθηκα τα κλαψοποστάκια μου επιτέλους!
  5. Κάνω δίαιτα.
  6. Τα νεύρα μου.
  7. Διαβάζω το καταφύγιο ιδεών του Γιανναρά. Ελπίζω να μην τρίζουν τα κόκκαλα της θειας μου της Ελένης.
  8. Προσπαθώ να βρω έξυπνες και κυρίως νόστιμες ιδέες για να αντικαταστήσω τα απλώς νόστιμα πράγματα στη μαγειρική μου, μια και όπως είπαμε :
  9. Κάνω δίαιτα.
  10. Δεν υπάρχει. Απλά το 9, μου φαίνεται μισοτελειωμένο.

Μέσα στην παραπάνω σκοτοδίνη, με παίρνει και η Μαιρούλα και μου λέει : Μαρή ξαδέρφη, τι γλυκά να φτιάξω το Σάββατο το μεσημέρι για τα γενέθλια του αντρός μου που είναι και κολώνα του σπιτιού μου?  Μαίρη μου, μη σε μέλλει τίποτε. Θα σου δώσω τη συνταγή μου για τάρτα με καρύδια πεκαν και σιρόπι σφενδάμου που έκαψε καρδιές στο μπαζάρ, ανάμεσα στις οποίες και τη δική μου.

Ήταν λοιπόν μια  ζεστή χειμωνιάτικη νύχτα, και συγκεκριμένα η 11 Δεκεμβρίου 2009.  Περίπου 10:30 και μόλις είχα φτάσει στο σπίτι μου από το στήσιμο του μπαζάρεως. Βγάζω την τάρτα από το ψυγείο, είχα φτιάξει ωραιότατη pate brisee από χθες και την είχα στρώσει σε ταψάκι μιας χρήσεως και φτιάχνω την εξής  γέμιση :

  • 3 μεγάλα αυγά
  • 1/2 κούπα καστανή ζάχαρη
  • 1/2 κούπα σιρόπι σφενδάμου
  • 1/2 κούπα golden syrup
  • 1/4 κούπας λιωμένο βούτυρο, ανάλατο
  • 1/8 κ.γ. ανθό αλατιού
  • 1 1/2 καρύδια πεκάν

Χτυπάω τα αυγά με τη ζάχαρη (όχι πολύ, να μην αφρίσουν τα αυγά). Ανακατεύω τα σιρόπια, το αλάτι και το βούτυρο που το έχω λιώσει στο μπρικάκι. Ρίχνω μέσα τα καρύδια χονδροκομμένα με το χέρι, ή ολόκληρα, και κούκλα η Μαρίτσα!

Αδειάζω την κρέμα μέσα στην άψητη βάση τάρτας και ψήνω σε προθερμασμένο φούρνο στους 180ο για περίπου 40 λεπτά.

Βγάζω την τάρτα από το φούρνο, την αφήνω να κρυώσει, και την άλλη μέρα την βάζω στο καλαθάκι μου σαν κοκκινοσκουφίτσα να την πάω στην κα Εύα να την πουλήσει στο μπαρ του μπαζάρεως!

Αμ, δε!

Πιάνω και βάζω –η άχρηστη- τα αυγά με τη ζάχαρη στο μίξερ να χτυπηθούνε καλά. Λες και θα έφτιαχνα παντεσπάνι! Πια κι αφρίζουνε αυτά, γίνονται πελώρια, συνεχίζω την συνταγή κατά την οδηγία, βάζω την τάρτα στο φούρνο, σε κανα 20λεπτο με ζώνουν τα μαύρα φίδια. Καλέ, αυτό άρπαξε. Θες να μου γκαγκανιάσει και να μην είναι για παρουσίασμα? Ας το σκεπάσω με ένα αλουμινόχαρτο!  Φοράω (δώστε βάση) τα ωραιότατα γαλάζια σιλικονένια γάντια μου που είναι για να μην καίγεσαι στο φούρνο και για να είσαι σαν κουλός και να μην μπορείς να πιάσεις τίποτε, πάω να στήσω του αλουμινόχαρτο εν είδει τέντας  από πανωθέ της τάρτας, πάω να τραβήξω το χεράκι μου έξωθεν του φούρνου, σπρώχνει το κουλόγαντο το αλουμινόχαρτο, πέφτει αυτό πάνω στην τάρτα, κολλάει πάνω του ο αφρός των αυγών (θυμάστε που τα είχα παραχτυπήσει? Α να μπράβο!) και γίνεται κοντολογίς η τάρτα σαν πρωταγωνιστής στο «Ζόμπι νούμερο 3-  η ανάσταση των νεκρών».  Να μη τη δει ανθρώπου μάτι!  Έσκασα από απελπισία. Και δεν παρέλειψα να θυμηθώ τη ρήση της θειας μας τις Μπιλίτσας : Σε φάγαν’ οι γκόμενοι (με όλο το συγγνώμη). Διότι όλη την ώρα που διαδραματιζόταν το δράμα της τάρτας μου, τη ωραίας και ακριβής μου τάρτας, εγώ μιλούσα στο τηλέφωνο σε φλερταριστικό μουντ, με ψηλό τινά, με τον οποίο για να το θέσω ευγενικά, δεν είχαμε συνέχεια.  Έτσι, για να μαθαίνετε και τα νέα μου. Άντρας  που δεν σε εμπνέει να μαγειρεύεις, είναι φύρα!

«Μωρή  Πασταφλώρα», αναφωνώ εις εαυτήν. «Τι θα κάνεις τώρα με το ξένο γλυκό?» Άστο να ψηθεί και βλέπουμε. Τι να δούμε, που το ζόμπι δεν επιδιορθώνεται όσο να πεις με foundation, δεν πα νάναι και Clinique δεν πα να’ναι και coverderm,που εξειδικεύεται και στα σημάδια.  Χάλια το γλυκό παιδιά. Όχι για παρουσίασμα δεν ήτανε, αλλά για τις επόμενες 2 νύχτες, άφηνα αναμμένο ένα φως στην κουζίνα για να νομίζει πως είναι μέρα, μην ξυπνήσει ξαφνικά και με φάει. Και κλείδωσα και την πόρτα της κρεβατοκάμαρας. Τόσο χάλια.

Εννοείται ότι ξυπνώντας το Σάββατο το πρωί, και μπαίνοντας ξανά στην κουζίνα μετά μεγίστης προσοχής, στο μπαζάρ δεν το πήγα.  Τι ρεζίλι θα γίνουμε? Έχουμε κι ένα πρόσωπο στο φινάλε. Θα το χαλάσουμε με μια αποτυχία? Την Κυριακή το πρωί όμως, και καθώς έψηνα τις άλλες δυο μου τάρτες, ένοιωσα μια λιγούρα να με διακατέχει. Βρε δεν τρώω το ζόμπι, να ξεφοβηθώ κιόλας? Η μία η άλλη θα μούρθει κι επιπλέον, όσο χάλια κι αν φαίνεται, έχει ένα σκασμό υλικά και δη αγαπημένα μου, πόσο χάλια γεύση μπορεί να έχει? Κόβω ένα κομμάτι, ευμεγέθες ομολογουμένως, βάζω μια μπουκιά στο στόμα μου και παθαίνω ένα σοκ παιδιά, άνευ προηγουμένου.  Μια μυρωδιά και μια γεύση αθωότητας, ζαχαρούχου γάλακτος, καμμένης καραμέλας, βαθέως καλοκαιρινού ύπνου και χλωρών καρυδιών ήρθε στο μυαλό μου και μια ελάχιστη ακτίδα φωτός που έμπαινε από τα σκούρα της γιαγιάς Θεοδότης στο πάνω πάτωμα που κοιμόμασταν κι ήταν το πρώτο πράγμα που έβλεπα όταν άνοιγα τα μάτια το πρωί της Κυριακής με την καμπάνα του Ευαγγελισμού. Το φως και η σκόνη να χορεύει σαν τρελλή. Θυμήθηκα επίσης την μυρωδιά της κουζίνας μας τ’ απογεύματα του χειμώνα, όταν η μάνα μου έφτιαχνε γλυκά κι εγώ πήγαινα να διαβάσω στο τραπέζι της κουζίνας και η μπαλκονόπορτα άχνιζε και ζωγράφιζα με το δάχτυλό μου καρδιές πάνω στους ατμούς.  Τα παιδικά μου χρόνια, ήρθαν και με βρήκαν με μια μπουκιά από ένα γλυκό που δεν περιείχε σχεδόν κανένα υλικό που ήξερα ή είχα ξαναφάει μικρή. Απίστευτο.

Θα την πάρω στο μπαζάρ, κι ας την φάνε οι εθελοντές. Ας μην την πουλήσουμε. Σκέφτηκα. Γιατί εδώ που τα λέμε χρειαζόντουσαν και special skills για να πουλήσεις ένα ζόμπι για αγγελούδι.  Σε λίγη ώρα την παρέδωσα με συστολή στην κυρία Εύα. Ευάκι, μοιάζει χάλια αλλά είναι θεϊκή.  Κάνε ό,τι νομίζεις. Εγώ την έφερα για τους εθελοντές, να την δώσουμε δωρεάν. «Βρε ποιους εθελοντές, εδώ ξεπουλήσαμε σχεδόν εχθές, δεν έχουμε να εξυπηρετήσουμε τον κόσμο. Φερ ‘την εδώ και θα σ’ την μοσχοπουλήσω.

Κάπου εδώ τελειώνει  η ιστορία της τάρτας που «μές στο απαίσιο σώμα της είχε μι’ αθώα καρδιά» για να παραφράσω τον ποιητή. Η μάλλον, δεν τελειώνει ακριβώς. Μάλλον, αρχίζει. Και την δεύτερη πρεμιέρα της, φορώντας τα καλά της τα όμορφα, την έκανε στο πρωινό των τανγκέρων.  Βλέπετε, ανήμερα τα Χριστούγεννα, έγινε η ωραία και εορταστική Χριστουγεννιάτικη Milonga και φορέσαμε όλοι τα καλά μας και τα γιορταστικά μας και τελειώνοντας, τα ξημερώματα, είχα καλέσει τους στενούς μου φίλους για πρωινό.  Ανάμεσα στα άλλα, είχα φτιάξει κι αυτή την τάρτα και όσοι τη δοκίμασαν στ’ αλήθεια γοητεύτηκαν. Της το χρώσταγα νομίζω αυτής της τάρτας να της κάνω μια δεύτερη πρώτη εμφάνιση και μάλιστα εορταστική.  Και επειδή την παρεξήγησα και επειδή μου χάρισε αυτή τη μοναδική εμπειρία. Και θα την ξανακάνω. Αλλά αυτή τη φορά θα θυμηθώ ΝΑΜΗΝ ΧΤΥΠΗΣΩ ΤΗ ΓΕΜΙΣΗ ΣΤΟ ΜΙΞΕΡ! (Να γραφτεί 100 φορές.)

Καλή επιτυχία σε όποιον την προσπαθήσει και δυο φιλιά στα μάγουλα της ξαδέρφης μου της Μαίρης που μου θύμισε αυτή την ιστορία.

Υ.Γ. Κωνσταντίνα, φύγε τώρα από τον υπολογιστή και πήγαινε να βοηθήσεις τη μάνα σου στην ετοιμασία του τραπεζιού. Φάνη, χρόνια πολλά κι ευτυχισμένα. Θα σε καμαρώνω πάντα.





Αγαπητέ μου Άη Βασίλη,

24 12 2009

Σου γράφω με σκοπό να σου προτείνω μια συνεργασία επωφελή και για τα δύο μέρη.

Δεν ξέρω αν έχεις δει καθόλου τηλεόραση τις τελευταίες μέρες, αλλά εγώ όποτε την ανοίξω πέφτω πάνω σε αντιποιητές του επαγγέλματός σου, που υποδυόμενη την ξεχωριστή σου ιδιότητα, προσπαθούν να εξαπατήσουν αφελείς πολίτες και να τους κάνουν πελάτες τους. Ίσως έχεις αναρωτηθεί γιατί μπορεί να συμβαίνει αυτό. Μα είναι απλό: Οι επικοινωνιολόγοι, αρέσκονται να χρησιμοποιούν προς όφελός τους τις τάσεις της εποχής και να τις μετατρέπουν σε δεδομένες  συμπεριφορές υπέρ των πελατών τους. Έτσι και στη δική σου περίπτωση. Αφού επί μακρόν έσπειραν την αμφιβολία ως προς το υπαρκτό του προσώπου σου,  τώρα χρησιμοποιούν τους απομιμητές σου για να κλονίσουν περαιτέρω την υπάρξή σου, ώσπου οι άνθρωποι να μην πιστεύουν καθόλου σε σένα και να στρέφονται σ’ αυτούς για την κάλυψη των επιθυμιών τους. O tempora o mores!

Νομίζω, ότι όλη αυτή την αρνητική εικόνα μπορούμε να την ανατρέψουμε, καλέ μου Αη Βασίλη, αν εργαστούμε με αφοσίωση και μέθοδο προς την σωστή κατεύθυνση.  Και θα σε βοηθήσω κι εγώ αν με βοηθήσεις κι εσύ. Διότι όπως έλεγε και ο παππούς μου εκ Μεγαλοχωρίου Μεθάνων : Υοu scratch my back and I’ll scratch yours!

Κατ’ αρχήν πρέπει λίγο να κάνεις και την αυτοκριτική σου. Νομίζω ότι ή γιατί βαρέθηκες μετά από τόσους αιώνες, ή γιατί έχεις δισεκατομύρια επιθυμίες να ικανοποιήσεις, είτε γιατί το κοινό σου είναι μπερδεμένο μέσα στην πληθώρα των προσφερομένων δώρων, τα δώρα δεν είναι αυτό που τελικά επιθυμεί ο αποδέκτης. Αυτό είναι στρατηγικό σημείο και θα σου το εξηγήσω με ένα παράδειγμα. Πάρε εμένα ας πούμε (τυχαία το λέω για οικονομία της συζήτησης). Σου ζητάω ένα πιστό σύντροφο, μου στέλνεις ένα σκύλο.  Δε λέω, είσαι μέσα, αλλά αν δεις τη μεγαλύτερη εικόνα, θα διαπιστώσεις ότι θα μπορούσες ενδεχομένως να καλύψεις την επιθυμία μου και με έναν εκπρόσωπο του είδους homo sapiens, αρσενικού γένους κατά προτίμηση. Δε λέω, Άγιος είσαι, θα κάνεις κι ένα λάθος. Και πάντως εγώ δέχτηκα το σκύλο με ευγνωμοσύνη και αντελήφθην την οικονομία σου, όταν (μετά από καιρό είναι η αλήθεια) ανακάλυψα ότι ο σκύλος μου είναι, ομολογουμένως, ένας άγγελος!  Ποτέ δεν θα σε έχω ευχαριστήσει αρκετά για αυτό. Μετά, σου ζητάω έναν άντρα (για να γίνομαι σαφέστερη) ψηλό και με θεληματικό πηγούνι και μου στέλνεις έναν με αυτά ακριβώς τα χαρακτηριστικά και με καμμία απολύτως επαφή με το συναισθηματικό του κόσμο. Γιουχου, το άτομο.  Δε λέω, δεν είχα γράψει τίποτε στο γράμμα για επαφή με το συναισθηματικό του κόσμο, αλλά είναι και μου είμαι άνθρωπος και το θεώρησα αυτονόητο. Πάλι, μετά κατάλαβα την Αγία σου Οικονομία, όταν διεπίστωσα ότι υπήρχε ανάγκη κάτι να μάθω από αυτό. Αυτό το συνδύασα και με το γεγονός ότι όταν σου ζήτησα να με απαλλάξεις από την κυτταρίτιδα για να βρω μόνη μου «άντρα, πιστό σύντροφο, σε επαφή με τα συναισθήματά του» έκανες το κορόιδο.

Όλα αυτά σου τα παραθέτω για να καταλάβεις ευκολότερα, ότι τα δώρα δεν είναι πια αυτό που ήταν και θα πρέπει να διαβάζεις ανάμεσα στις γραμμές για να μπορέσεις να προσφέρεις δώρα περισσότερο to the point στους πιστούς σου, αλλιώς αργά η γρήγορα, θα σου μείνω μόνο εγώ και τα βαφτιστήρια μου (και όχι όλα). Σ’ αυτό μπορώ να σε βοηθήσω εγώ. Θα μου στέλνεις τα γράμματα των γυναικών άνω των 16 ετών και θα σου τα επεξηγώ με ακρίβεια για να ξέρεις τι να πράξεις.

Το άλλο που μπορώ να κάνω για σένα είναι να είμαι το ζωντανό παράδειγμα του ανθρώπου που ευεργετήθηκε από τον Άη Βασίλη. Όπου σταθώ κι όπου βρεθώ, θα λέω ότι εσύ μου έστειλες αυτά που έχω. Ως εκ τούτου, όλο και περισσότερος κόσμος θ’ αρχίσει ξανά να πιστεύει σε σένα. Και πίστεψέ με, μπορώ να το κάνω καλύτερα κι από την Adel Saatchi. Τι στα blog θα γράφω για σένα, τι στο facebook, τι θα τα λέω στους φίλους μου (έχω πολλούς, μη νοιάζεσαι) άστο επάνω μου. Σε ένα, το πολύ δύο χρόνια, θα έχουμε ανατρέψει την εις βάρος μας απιστία. Σ’ το υπογράφω!

Θ’ αναρωτιέσαι προφανώς τι θα σου κοστίσει. Not much. Θα είμαι λογική. Θα πρέπει να ικανοποιήσεις μία και μοναδική μου επιθυμία. Να μου βρεις και να μου στείλεις : έναν πιστό σύντροφο, του είδους homo sapiens, αρσενικού γένους, που να θέλει να με καταλάβει, να είναι σε επαφή με τα συναισθήματά του και να έχει χιούμορ (μην ξεχνάς ότι με παράτησες με κυτταρίτιδα. Χωρίς χιούμορ δεν την βγάζουμε.). Έναν αστείο τύπο. Που να με κάνει να γελάω και να γελάει με τ’ αστεία μου. Και να του αρέσει η κουζίνα. Έλα ρε Αη Βασίλη. I know Ι believe in you, let’s see If you believe in me! Στο φινάλε, τι σου ζητάω? Να κάνεις σωστά τη δουλειά σου κι εγώ θα σε βοηθήσω όσο μπορώ.

Τέλος πάντων, σκέψου το, αλλά όχι πολύ. Έχεις μια εβδομάδα. Την Πέμπτη 31/12 θέλω να ξέρω αν θα συνεργαστούμε ή αν θα πρέπει για πολλοστή χρονιά να ξαναγράψω New Year Resolutions περί αυτογνωσίας και αυτοβοήθειας. Αλλά να ξέρεις ότι αυτό, θα βλάψει την εικόνα σου ανεπανόρθωτα.

Α! και κάτι άλλο. Επειδή ο στόχος πρέπει να είναι SMART, μην το αφήσεις για του παραχρόνου. Αν είναι να μου στείλεις τον funny guy που σου ζήτησα, φρόντισε να το κάνεις άμεσα. Όχι όταν θα φοβάμαι να γελάσω για να μη μου φύγει η μασέλα. Συνεννοηθήκαμε?

Σ’ ευχαριστώ που διάβασες το γράμμα μου κι ελπίζω να σκεφτείς έξυπνα για το καλό σου.

Δική σου,

Και πάντα πιστή σε σένα

Magica de Spell

(άντε για να μην μπερδευτείς και στείλεις τον δικό μου τον άντρα στην πάπια στο Βεζούβιο)

Τίνα





Θέλω

15 12 2009

Καθώς έρχομαι σε επαφή με τα παιδιά στο κέντρο επικοινωνίας, καταλαβαίνω ότι μας θεωρούν «δικούς τους». Δεν ξέρω αν μας εντάσσουν στο σόι, τη γειτονιά, τους φίλους, μια φορά μας θεωρούν δικούς τους και δεδομένους. Με ρωτάνε καμμιά φορά,γιατί λέμε ο ένας τον άλλο «εθελοντές» και τους λέω ότι η λέξη εθελοντής βγαίνει από τη λέξη θέλω. Ότι ο καθένας από τους εθελοντές, έχει μια δική του ζωή με δικές του ασχολίες. Και ότι μέσα σ’ αυτήν την ζωή με την δική της καθημερινότητα, διαθέτη ένα μέρος του χρόνου του για να γνωρίσει τα παιδιά και να σταθεί δίπλα τους προσφέροντας τον εαυτό του. Και όλο αυτό το κάνει επειδή θέλει. Και επειδή θέλει, τον λέμε εθελοντή. Τα παιδιά με κυττάνε σα να λένε, «Τι βλακείες είναι τώρα αυτές, αυτοί είναι δικοί μας, φυσικά και θέλουν. Αυτό είναι το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο.» Και τότε δεν ξέρω τι να απαντήσω γιατί έχουν δίκιο.

Ενας στρατός του «Θέλω», έκανε και το θαύμα του Σαββατοκύριακου. Ο Θάνος βρήκε το χώρο. Ο Μανώλης έκανε τ’ αρχιτεκτονικά, η Εμμυ την διακόσμηση και ο Σπύρος όλες τις υποδομές. Το ίδιο διάστημα η Εύα με την ομάδα της μαγείρευαν, η Χριστιάννα με τη δική της έφτιαχναν χειροτεχνίες, ο Γιώργος συντόνιζε την οργανωτική ομάδα και έγραφε το «εγχειρίδιο οργάνωσης μπαζάρ», ο Πέτρος οργάνωνε την έκθεση των εικαστικών, ο Βασίλης της μεταφορές, η Εστερ με το Θοδωρή την διαδικτυακή μας επικοινωνία, η Λία με το Γιώργο την πολιτική τιμών. Γύρω από όλους αυτούς, ένα σμήνος ανθρώπων, έβαζε τον εαυτό του για την υλοποίηση του πιο φιλόδοξου μπαζάρ από καταβολής Δρόμων Ζωής. Γιατί? Δεν είμαι τόσο σίγουρη ότι πρόκειται για το αυτονόητο, το «δει δη χρηματων, ω άνδρες Αθηναίοι». Έχω την αίσθηση ότι κάπου πολύ κοντά στην αρχή της διοργάνωσης, μετέθεσαν όλοι τους το στόχο από το πρακτικό διακύβευμα στο ουσιαστικό βίωμα.

Λέμε συχνά, ότι οι Δρόμοι Ζωής έχουν δύο άξονες γύρω από τους οποίους περιστρέφεται το έργο τους. Ο ένας είναι φυσικά η στήριξη των παιδιών και των οικογενειών τους. Ο άλλος είναι η διάδοση στην κοινωνία της ανάγκης για συμμετοχή και για προσφορά του «είναι». Οι εθελοντές του μπαζάρ, εξυπηρετούν τον πρώτο στόχο κυρίως επειδή στηρίζουν τον δεύτερο.

Παρατηρώντας τη συνέργεια των ανθρώπων στο μπαζάρ, όχι μόνο μεταξύ των εθελοντών, αλλά και την διάδραση των εθελοντών με τους καλεσμένους (δε θέλω να λέω κοινό), διαπιστώνω κάθε φορά, ότι το 50% της δικαίωσης των εθελοντών, δεν προκύπτει από το οικονομικό αποτέλεσμα του μπαζάρ, αλλά από το γεγονός ότι οι άνθρωποι ήρθαν και είδαν το έργο τους και το καμάρωσαν και τους άρεσε. Τους βλέπω κάθε χρόνο όταν ανοίγει το μπαζάρ το Σάββατο το πρωί και είναι όλοι περιποιημένοι, όμορφοι και χαρούμενοι, πώς το καμαρώνουν οι ίδιοι και λένε ο ένας στον άλλον, «ωραίο έγινε, έ?». Είναι το έργο των χειρών τους. Είναι το έργο της ψυχής τους. Είναι το πανηγύρι τους και το γλεντάνε όσο μπορούν. Και δι αυτής της χαράς, καθαίρεται κάθε χρόνο η αγωνία, η κούραση, το τρελλό πήξιμο, το άγχος, που έχει για να στηθεί όλο αυτό το πανηγύρι.

Φέτος, καθαρίσαμε για δύο χρόνια. Το φετινό και το περσινό. Παρόλο που δεν πιάσαμε το στόχο μας πέρσυ, εντούτοις και εντελώς αντικειμενικά, το αποτέλεσμα του μπαζάρ δεν ήταν καθόλου ευκαταφρόνητο αν λάβει κανείς υπόψιν του της συνθήκες. Όμως η κάθαρση, δεν επήλθε. Κανείς από αυτούς τους ανθρώπους που δούλεψαν τόσο σκληρά και αγωνίστηκαν με όλη τους τη δύναμη για να κάνουν το «θέλω» τους πραγματικότητα, δεν το είδε να ολοκληρώνεται και να ηρεμεί. Δεν ήταν μόνο τα επεισόδια που μας απομόνωσαν στα Εξάρχεια ενώ η Αθήνα φλεγόταν. Ηταν το βαρύ πένθος για τον Αλέξη. Ήταν η αγωνία για το τι θα πούμε στα παιδιά. Ήταν ακόμα η αναρώτηση για το αν προσπαθούμε επι ματαίω. Αν τελικά είναι δυνατόν ν’ αλλάξει ο κόσμος… Νοιώσαμε λίγο μετέωροι βλέποντας ότι η προσπάθειά μας να στηρίξουμε τα παιδιά ώστε να είναι ελεύθερα και χωρίς δεκανίκια στην κοινωνία, μπορεί να πάει στράφι σε 10 δευτερόλεπτα από μια σφαίρα. Για λίγο, ματαιωθήκαμε. Και για αρκετό διάστημα μετά, είμασταν μουδιασμένοι. Υπήρχε άραγε νόημα στο «θέλω» μας?

Ευτυχώς, γρήγορα ανασυνταχθήκαμε. Μέσα από πολλές διεργασίες, ατομικές και ομαδικές, στηρίξαμε ξανά το θέλω μας στην αλήθεια της ψυχής μας, αλλά κυρίως στο ότι τα παιδιά μας θεωρούν δεδομένους. Υπάρχει μια μεγάλη αλήθεια κι ένα δίκιο στη ματιά των παιδιών. Τα παιδιά γνωρίζουν ότι τους αξίζουν όλα τα δώρα της ζωής. Και γνωρίζουν ότι υπεύθυνοι για να φτάσουν τα δώρα σ’ αυτά είναι οι μεγάλοι. Θεωρούν λοιπόν αυτονόητο, ότι τα δώρα πρέπει να τα πιάσουμε εμείς στα χέρια μας για να τους τα δώσουμε. Αλλιώς δεν γίνεται. Στα μάτια των παιδιών, η κοινωνία καθρεφτίζεται ως ώφειλε να είναι. Και ο ρόλος του καθενός μας σ’ αυτήν είναι συγκεκριμένος. Αυτή η θεώρηση, δεν μας άφησε περιθώρια να αμφισβητηθούμε επι μακρόν. Έπρεπε να σηκώσουμε τα μανίκια και να δουλέψουμε σκληρά γι αυτά που πιστεύουμε και θέλουμε.

Το φετινό μπαζάρ, ξεπέρασε κάθε μας προσδοκία. Πεισμώσαμε και δουλέψαμε σκληρότερα από κάθε άλλη φορά. Φτιάξαμε περισσότερα και καλύτερα πράγματα, αξιοποιήσαμε το χώρο με τον καλύτερο τρόπο, γλεντήσαμε πιο ξέφρενα από κάθε άλλη φορά και επικοινωνήσαμε με τους καλεσμένους μας πιο βαθειά, πιο ουσιαστικά, πιο εγκάρδια. Αγκαλιαστήκαμε σφιχτά με τα παιδιά και μεταξύ μας. Και το βράδυ της Κυριακής τα βλέμματά μας ήταν πια πιο ήρεμα και πιο βαθειά ακόμα και πριν μάθουμε πως πήγαμε οικονομικά. Γιατί μέσα μας ξέραμε ότι είχαμε πετύχει. Ξέραμε ότι προσφέραμε τον καλύτερο εαυτό μας, αλλά είχαμε δει και στα μάτια σας ότι το καταλάβατε και το απολαύσατε όσο εμείς.

Σας ευχαριστούμε όλους όσους ήρθατε στο μπαζάρ μας, κατ’ αρχήν επειδή ήρθατε. Επειδή θέλατε να έρθετε. Αυτό είναι που μας κάνει ίδιους. Αλλά και επειδή, τόσο ειλικρινά, μας δείξατε ότι σας άρεσε η δουλειά μας και τόσο γενναιόδωρα στηρίξατε τη λειτουργία του κέντρου επικοινωνίας με τις αγορές σας.

Προσωπικά, ευχαριστώ όλους τους φίλους μου στους Δρόμους Ζωής, την οργανωτική ομάδα του μπαζάρ, και όλους τους εθελοντές που δούλεψαν γι αυτό, γι αυτή την υπέροχη μεθυστική εμπειρία που είναι να δουλεύεις μαζί τους και να τους αγαπάς. Ευχαριστώ και όλους εκείνους τους ανθρώπους που δεν μας ήξεραν και ήρθαν να δουλέψουν για μας τόσο αφοσιωμένα και σκληρά θα έλεγα. Όπως λέει και η Μάτα : «Καλά εμείς, αυτοί που μας ξέρουν κι έρχονται και ρίχνουν τόση δουλειά για τη δική μας τρέλλα?».

Ιδιαίτερα θέλω να ευχαριστήσω τους ανθρώπους που ταξίδεψαν από μακριά για να έρθουν στο μπαζάρ μας. Την Αλέττα που ήρθε από την Ολλανδία με την παεγιέρα της κι έκανε το μπουφέ Villabajo. Την Ασπα, το Ντίνο και τη Μάρω που κάθε χρόνο κατεβαίνουν από τη Θεσσαλονίκη κουβαλώντας τον σύμπαντα κόσμο. Την Φρατζέσκα και το Μήτσο που ήρθαν από τας Μυκόνους με την αγωνία των μποφωριώνε στο κάβο ντόρο. Την Ιωάννα και το Φοίβο που ήρθαν από την Κύπρο για πρώτη φορά ειδικά για το μπαζάρ. Έχω να τους πω, ότι στο εξής τους θεωρούμε δεδομένους. Είναι δικοί μας.

Δικοί μας είναι και οι εικαστικοί :

Γιάννης Αδαμάκης, Μιχάλης Αδάμης, Φαίδωνας Αναστασιάδης,  Αννίτα Αργυροηλιοπούλου, Μαργαρίτα Βασιλάκου, Ιουλία Βεντίκου, Βασίλης Βλασταράς, Καίσαρας Βρεττός, Μαρία Γιαννακάκη, Μαρία Γλύκα, Κορνήλιος Γραμμένος, Νίκος Δεσεκόπουλος, Βασίλης Ζωγράφος, Θάνος Κλωνάρης, Astrid Κόκκα, Γιώργος Κυπρής, Δημήτρης Μηλιώτης,  Άλκηστις Μιχαηλίδου,  Δημήτρης Μπάμπουλης, Ντιάνα Μπισογιάννη, Κατερίνα Παπαδημητροπούλου, Νίτσα Πίκουλα, Παναγιώτης Σιάγκρης, Νίκος Σταυρακαντωνάκης, Γιάννης Στεφανάκις, Δημήτρης Τζάνης, Μανώλης Χάρος, Έρση Χατζηαργυρού, Florence Χρηστάκη. Τους είμαστε ευγνώμονες για την προσφορά των έργων τους και ιδιαίτερα στο Βασίλη Βλασταρά για την στήριξή του για δέυτερη φορά στη διοργάνωση της έκθεσης.

Δικοί μας είναι και οι άλλοι, στο radiobubble. Που γίνανε οι πρότυποι χορηγοί επικοινωνίας του μπαζάρ, από ιριδιούχο λευκόχρυσο. Αυτούς θέλουμε. Μ’ αυτό το ήθος και μ’ αυτό το ύφος. Αποστόλη, και όλα τα παιδιά, ευχαριστούμε από καρδιάς.

Ένα μεγάλο ευχαριστώ αξίζει και στους τέσσερις μουσικούς που εμφανίστηκαν στα εγκαίνια της έκθεσης, συγκινώντας το κοινό, τους εθελοντές και κυρίως τα παιδιά που δεν έιχαν εκτεθεί ξανά σε παρόμοια ακούσματα. Στην υψίφωνο Ελένη Κουτσούμπη που τραγούδησε την άρια La Wally, από την ομώνυμη όπερα του Α. Catalani και που οργάνωσε και μας έφερε και τους φίλους της να τραγουδήσουν κι αυτοί στη γιορτή μας :Την μεσόφωνο Ειρήνη Τζανετουλάκου που τραγούδησε την άρια Che faro senza Euridice από το έργο Orfeo ed Euridice του C.W. Gluck. Τον τενόρο Αλέξανδρο Ζαφειρακόπουλο, που τραγούδησε το τραγούδι “Τα δικά σου τα μάτια” του Γιαννίδη.  Την πιανίστα Δήμητρα Χόνδρου που συνόδευσε με το πιάνο της τους τραγουδιστές.Σας ευχαριστούμε θερμά. Προσφέρατε στα παιδιά και σε μας μια μοναδική εμπειρία.

Κλείνω την αυλαία, αναπολώντας την τελική στιγμή του μπαζάρ. Τα αναφιλητά μου στην αγκαλιά της κυρίας Εύας, καθώς ανακοινωνόταν το οικονομικό αποτέλεσμα στους εθελοντές. Εύα, χωρίς εσένα, εγώ δεν το έβγαζα αυτό το μπαζάρ, με τίποτε όμως! Σ’ αγαπώ πολύ. Με εμπνέεις.

Το ίδιο με εμπνέουν η Μινεβέρ, ο Φερίτ, ο Ρετζέπ, η Ντομπρίνκα, η Σανιέ, ο Χιλμί, ο Εργκίν, η Γκιουλσέμ, η Γκιουλτέμ, η Γκαμζέ, η Μπαριέ, ο Ναζμί, ο Γκιουντού, ο Κορρέα, ο Ιρφάν, ο Αλή, ο Μουσταφά, ο Χασάν, η Ζεχρά, η Εμπρού, η Φατμέ, η Φαιζέ και όλα τα 85 παιδιά του κέντρου επικοινωνίας. Παιδιά, αλλάξατε τη ζωή μου.

Και του χρόνου να ‘μαστε καλά και να συνεχίσουμε να θέλουμε. Έτσι μένουμε ζωντανοί.

Και τώρα, θέλω … Καλά Χριστούγεννα.





Σ’ αγαπώ είσαι παιδάκι μου μια φωτιά στο καθρεφτάκι μου

8 12 2009

Τις τελευταίες μέρες συνειδητοποίησα αίφνης ότι το bazaar με έχει ξεπεράσει. Σκέφτηκα να πω «μας», αλλά διάλεξα το «με», γιατί δεν θέλω να μιλήσω εξ ονόματος όλων. Νοιώθω σαν να τρέχω πίσω του να το προλάβω, να του δώσω ένα μπουφανάκι εκεί που θα πάει να παίξει για να μην κρυώσει. Αλλά δεν μ’ ακούει. Τρέχει στο παιχνίδι του και ξέρω ότι πια δεν με έχει ανάγκη.

Είναι μια περίεργη συνειδητοποίηση αυτή. Φαντάζομαι ότι κάπως έτσι πρέπει να νοιώθουν οι γονείς κάθε φορά που το παιδί τους κατακτά μια βαθμίδα ανεξαρτησίας. Φαντάζομαι ότι το μεγάλο σοκ θα το παθαίνουν εκεί γύρω στα 16 με 18, που τα παιδιά ανοίγουν σιγά σιγά τα φτερά τους προς την ελευθερία. Ίσως να νοιώθουν όπως εγώ τώρα. Ότι έκαναν όλη τη βρωμοδουλειά και το παιδί τους δεν τους χρειάζεται πια.

(Για κάποιο λόγο νοιώθω την ανάγκη σ’ αυτό το σημείο να διευκρινήσω ότι αποκαλώ το μπαζάρ «παιδάκι μου» όχι γιατί το έφτιαξα, αλλά γιατί το αγάπησα πολύ.)

Θυμάμαι το πρώτο μου μπαζάρ πριν 6 χρόνια. Τότε, μαμά του ήταν η κυρία Λίτσα. Που με τις φιλενάδες της είχαν φτιάξει τα ωραιότερα στεφάνια του κόσμου και τα ωραιότερα στολίδια του κόσμου. Επίσης ωραία σουπλά αρωματισμένα με γαρύφαλλο για τα πυρέξ, τραπεζομάντηλα, πετσέτες, αρωματικά λάδια, γλυκά, ό,τι μπορείς να φανταστείς. Εντυπωσιάστηκα, πως αυτές οι κυρίες είχαν οργανώσει τη δουλειά τόσο αποτελεσματικά. Η συμμετοχή μου τότε ήταν περιορισμένη. Έφτιαξα την διασημότερη τούρτα μου, την αλκοολική, και ζήτησα από τους φίλους μου στο hungry, να φτιάξουν κι αυτοί ό,τι μπορούν. Η Ιωσηφίνα θυμάμαι είχε φτιάξει τα αμυγδαλωτά της γιαγιάς μου. Αλλά την έχω ξαναπεί πολλές φορές αυτή την ιστορία. Κάναμε μαζί άλλα δύο μπαζάρ με τις κυρίες. Και κάθε χρόνο, υπήρχε μια θαυμαστή όσμωση των καινούργιων με τους παλιούς εθελοντές. Όποιος ήθελε να δουλέψει ερχόταν κι έλεγε : Εγώ ξέρω αυτό. Το θέλετε? Και το έκανε. Έτσι είναι ο εθελοντισμός. Δεν περιμένει προσκλήσεις και τεμενάδες. Πας απλά και ήσυχα και καταθέτεις το βιος σου. Στο βιος, βάλτε ό,τι θέλετε. Διάλεξα αυτή τη λέξη γιατί περιλαμβάνει και κινητές και ακίνητες και άυλες αξίες. Και κάθε φορά, μ’ αυτή την όσμωση, το μπαζάρ άλλαζε. Μεγάλωνε, μεταμορφωνόταν, καινούργια χρώματα προστίθεντο στην εικόνα του, πιο λαμπερά, πιο χαρούμενα, πιο συναρπαστικά, και λάμπραινε σαν το ουράνιο τόξο.

Πρόπερσυ για πρώτη φορά μας βρήκε η Εύα. Σήκωσε τα μανίκια και είπε εγώ θέλω να δουλέψω μαζί σας. Θα φτιάξω πράγματα για το μπαζάρ, θα φέρω και τις φίλες μου και θα ήθελα να κάνω και μαγειρική στα παιδιά. Μας βρήκε κι ο Γιώργος, ο εθελοντής των 4:30. Χώθηκε στα βιβλία και κόλλαγε τιμές όλο το απόγευμα, ενώ εγώ έβηχα. Από την επόμενη φορά η Εύα ήταν υπεύθυνη της ομάδας μαγειρικής και ο Γιώργος στην τιμολόγηση μαζί με τη Λία. Πέρσυ ήρθε η Φρατζέσκα και είπε : Θέλω να φτιάξω τις προσκλήσεις και τις ετικέττες. Και μ’ αυτά και μ’ αυτά, ντυθήκανε τα βαζάκια μας στα λουστρίνια. Και βέβαια φέτος, χωρίς δεύτερη σκέψη την ξαναπροτιμήσαμε. Σε μας, δεν είναι να δηλώνεις πως θες να δουλέψεις. Το εκμεταλλευόμαστε. Φέτος ήρθε ο Πέτρος. Και είπε : Θέλω ν’ αναλάβω την έκθεση των εικαστικών. Το αποτέλεσμα θα το δείτε. Είναι τουλάχιστον συγκινητικό.

Κοντά σ’ όλα αυτά τα καινούργια, λαμπερά χρώματα υπάρχουν και τα άλλα τα πιο άγνωστα σε σας, χωρίς τα οποία δεν θα γινόταν τίποτε. Ο Μανώλης που κάθε χρόνο σχεδιάζει το χώρο. Η Εμμυ που αναλαμβάνει όλο το concept της διακόσμησης. Ο Γιώργος που με ιδιαίτερη μαεστρία συντονίζει όλη την οργανωτική ομάδα. Ο Γιάννης και ο Σπύρος που τρώνε τη μεγαλύτερη πίεση του στησίματος. Η Σταυρούλα, που φτιάχνει το πρόγραμμα, η Χριστιάννα που κάνει την χειροτεχνία, η Σοφία, υπεύθυνη αμπαλλάζ, η Μαίρη με τη Ναταλία, η Μαρία από τη Θεσσαλονίκη, η Μαρία η εδώ, η Αθηνά, η Κατερίνα κι η Ζωή, τ’ Αντιγονάκι κι η Ζηνοβία, ω! τι χαρούμενη ζωή, χτυπάς φτωχή καρδιά με βία.

Το μπαζάρ φέτος, έχει τόσα πολλά χρώματα, που ζαλίζομαι και μόνο που το κυττάω. Και νοιώθω ωραία που δεν χρειάζεται το μπουφανάκι που κρατάω στα χέρια μου. Νοιώθω ωραία, που όλοι αυτοί οι άνθρωποι, παλιοί και κανούργιοι γονείς του, μπορούν να το προχωρήσουν στο εξής χωρίς εμένα. Όχι. Δεν σκέφτομαι να το αφήσω. Σκέφτομαι να κάνω ένα βήμα πίσω και να το καμαρώσω καλύτερα, προσπαθώντας να πείσω τον εαυτό μου, ότι εγώ δεν το έχω ανάγκη. Ότι εγώ, μπορώ και χωρίς αυτό. Μπορώ? Δεν ξέρω. Ξέρω ότι αν η σχέση μας διέπεται από ελευθερία και είμαστε ολοκληρωμένες προσωπικότητες θα είμαστε και οι δύο ευτυχείς και γεμάτοι. Αυτό είναι. Μένει να δω τι είμαι εγώ.

Σας το παραδίδω από την αγκαλιά μου. Είναι σημαντική και μοναχική στιγμή αυτή για μένα και το παιδάκι μου. Μόνο που αυτό, σαν όλα τα παιδάκια, δεν το ξέρει. Κι επίσης, μεταξύ μας, δεν είναι πια παιδάκι. Κοτζάμ άντρας δυο μέτρα έγινε κι έχει πια δική του προσωπικότητα και δική του δυναμική. Πόση? Θα εκπλαγείτε.

Σας περιμένω, όλους, να το καμαρώσετε.

Υ.Γ. Μια χρήσιμη πληροφορία : Αν επιλέξετε να έρθετε το πρωί της Κυριακής, προτιμήστε το ΜΕΤΡΟ γιατί γίνεται ο γύρος της Αθήνας και δεν θα μπορέσετε να έρθετε με αυτοκίνητο ή λεωφορείο.





Χωρίς λόγια

30 11 2009

Άντε. Να ‘ρθειτε!





Παράνομη διακίνηση ουσιών…

19 11 2009

Πρέπει να ήταν γύρω στις 10:30 το βράδυ. Άναψα τα αλάρμ και σταμάτησα το αυτοκίνητο δίπλα στου Μανώλη, πορτ-μπαγκάζ με πορτ-μπαγκάζ. Στα γρήγορα, έβγαλε από το αυτοκίνητό του 4 δοχεία με αλκοόλ υψηλής ποιότητας και μου το έδωσε. Το φόρτωσα κι έφυγα για το σπίτι. Περίπου 20 λίτρα ρακή ξετσαμπουριασμένη, από την καλή, τα 5 κιτρόρακη. Ένα μικρό μέρος θα γίνει ρακόμελο. Η υπόλοιπη θα εμφιαλωθεί σε μπουκάλια του μισού λίτρου, θα ακουμπήσει στο μπουφέ, ύστερα θα έρθουν οι κόρες θα στολίσουν τα μπουκάλια σαν τις νύφες του Βούλγαρη στο καράβι και την Πέμπτη 10/12 θα τα πέψω στο μπαζάρ.

Μια παρόμοια συναλλαγή έγινε και προχτές όταν ο μεγάλος (ο πατέρας μου that is) μου έφερε το λάδι και τα κυδώνια από το Λεμονοδάσος. Πρέπει να σας πω ότι είμαι κάτοχος μια μεγάλης ποσότητας άλλης μια παράνομης ουσίας. Επικίνδυνης όσο και δυσεύρετης και δυσκόλως κουβαλίσιμης. Essenza di senape. Αιθέριο έλαιο σιναπιού. Χημικό όπλο. Δεν νομίζω να μπορεί να χαρακτηριστεί αλλιώς. Δεν τολμώ ούτε να ανοίξω τα μπουκάλια που μας έστειλε η φίλη-της αδελφής-της φίλης-της κυρίας Εύας από το Sarnico. Ή μήπως ήταν η ίδια η αδελφή της φίλης? Αυτή η σπείρα έχει πολλά πλοκάμια. Άντε βρες την άκρη. Αύριο το απόγευμα θα καθαρίσουμε και θα ψιλοκόψουμε τα κυδώνια, θα τα βάλουμε στη ζάχαρη και την Κυριακή θα τα δέσω, θα βάλω το σινάπι (ο αδελφός μου θα μου στείλει προστατευτικά γυαλιά και η Λία θα φέρει μάσκα γιατί μάλλον αυτή που αγόρασα από το φαρμακείο είναι μάπα), θα κονσερβάρω και έτοιμη η mostarda!

Αντιστοίχως στο σπίτι της κυρίας Εύας as we speak στολίζονται τα περίπου 280 βαζάκια με διάφορα καλούδια που έχει φτιάξει και τα περίπου 100 μπουκαλάκια λικέρ. Η Ελένη φτιάχνει πόντσο και εσάρπες, η Έμμη εσάρπες, τσάντες, γλυκά του κουταλιού και δεν ξέρω τι άλλο μα την αλήθεια. Η άλλη Εμμη με τον Μανώλη και τον Σπύρο ασχολούνται με το στήσιμο και τη διακόσμηση του μπαζάρ. Πως θα είναι το μπαρ, πως θα είναι το ταμείο και η συσκευασία, πως θα είναι οι πάγκοι, πως τα ράφια.

Ο Πέτρος? Ο Πέτρος έχει άγχος. Μιλάει με τους καλλιτέχνες και την επιμελήτρια, φοβάται μήπως δεν προλάβουμε τον κατάλογο, ανησυχεί που δεν βρίσκει τον Βασίλη και με παίρνει τηλέφωνο 5 φορές τη μέρα. 26 Εικαστικοί έχουν προσφέρει περίπου 30 έργα για την έκθεσή μας φέτος. Μεγάλη δουλειά, έτσι?!

Στο σπίτι της Ξανθής, εκτός από το στοκ γλυκών, μαρμελάδων και λικέρ, της τελευταίες μέρες διατηρείται και παράνομη βιοτεχνία κατασκευής τσαντών και ποδιών. Τα υφάσματα έχουν έρθει από την μαύρη Αφρική. Νιγηρία, Ζαΐρ? Δεν είμαι σίγουρη. Πρέπει να ρωτήσω την Σοφία τη γραμματέα μας που είναι από κει η μαμά της. Αλλά θα ξέρει και η κυρία Εύα. Όλα τα ξέρει η κυρία Εύα. Ακόμα και το μυστικό για τις τέλειες λιαστές ντομάτες!

Το Σάββατο η ομάδα μαγειρικής των παιδιών θα φτιάξει για το μπαζάρ μαρμελάδα εσπεριδοειδών και τις παραμονές, κουραμπιεδάκια. Διπλάσια ποσότητα φέτος γιατί πέρσυ έγιναν ανάρπαστα!

Αααααααααααααα! Καλέ, έχω και τη μαύρη του Μιχάλη. Τι ποια μαύρη. Τη σοκολάτα φυσικά. Την άφησε στη σχολή χορού και πήγα προχτές και την πήρα. Έχω να φτιάξω και κρέμα σοκολάτας με σουμάδα. Χριστέ μου, πότε θα γίνουν όλα αυτά, πότε , πού και κυρίως από ποιον? Φέτος το μπαζάρ έχει ξεπεράσει κάθε προηγούμενο. Σε μέγεθος, σε επαγγελματισμό, σε πρωτοτυπία, σε εκπλήξεις, σε εθελοντές. Το μόνο που έχει μείνει ίδιο είναι η ποιότητα των πραγμάτων, που είναι σταθερά εξαιρετική και το κέφι μας. Οι ώμοι μας μπορεί να βάρυναν λίγο, και το κεφάλι μας να γυρίζει από την κούραση, αλλά το κέφι μας παραμένει αναλλοίωτο. Ακόμα και της Χριστιάννας που έχει θαφτεί κάτω από τόνους γκλίττερ, κορδελλών και άλλων υλικών χειροτεχνίας και αναζητά απελπισμένα έναν εθελοντή έστω και τώρα να της βάλει ένα χέρι.

Κι ανάμεσα σ’ όλα αυτά, παίρνω κάτι μέηλ συνομωτικά. Κάτι μέηλ που λένε γλυκά λόγια και υπόσχονται μηλοπιτάκια για τους εθελοντές την Παρασκευή που θα στήνουμε. Και στηρίζομαι στα πόδια μου ξαφνικά. Μου βγαίνει μια σταγόνα νερό στην άκρη του ματιού, αποσυμπιέζομαι και σηκώνω την πλάτη. Love is all around me and so the feeling grows.

Καλό μπαζάρ.

 

Υ.Γ. Θα ήθελα να ανεβάσω από σήμερα την υπέροχη τρυφερή και χαρούμενη πρόσκληση του φετινού μπαζάρ που μας έφτιαξε και φέτος η Λουίζα Κορνάρου. Όμως δεν θα το κάνω.

Γιατί σήμερα θέλω να σας στείλω εδώ να διαβάσετε για ένα άλλο μπαζάρ που γίνεται το Σάββατο 28 Νοεμβρίου στο Cabaret Voltaire στο Μεταξουργείο από τις 12:00 το μεσημέρι έως τις 8:00 το βράδυ, αλλά πλαισιώνεται κι από άλλες εκδηλώσεις που δείτε πιο κάτω. Στόχος του : Η στήριξη των 15 παιδιών έως 3 ετών που ζουν στην φυλακή με τις φυλακισμένες μητέρες τους. Μια δράση που αναμφίβολα, αξίζει τον κόπο. Να πάτε να τους στηρίξετε. Ελπίζω κι εγώ να τα καταφέρω. Καλό μπαζάρ και σε σας παιδιά και καλή σας επιτυχία.