Παράνομη διακίνηση ουσιών…

19 11 2009

Πρέπει να ήταν γύρω στις 10:30 το βράδυ. Άναψα τα αλάρμ και σταμάτησα το αυτοκίνητο δίπλα στου Μανώλη, πορτ-μπαγκάζ με πορτ-μπαγκάζ. Στα γρήγορα, έβγαλε από το αυτοκίνητό του 4 δοχεία με αλκοόλ υψηλής ποιότητας και μου το έδωσε. Το φόρτωσα κι έφυγα για το σπίτι. Περίπου 20 λίτρα ρακή ξετσαμπουριασμένη, από την καλή, τα 5 κιτρόρακη. Ένα μικρό μέρος θα γίνει ρακόμελο. Η υπόλοιπη θα εμφιαλωθεί σε μπουκάλια του μισού λίτρου, θα ακουμπήσει στο μπουφέ, ύστερα θα έρθουν οι κόρες θα στολίσουν τα μπουκάλια σαν τις νύφες του Βούλγαρη στο καράβι και την Πέμπτη 10/12 θα τα πέψω στο μπαζάρ.

Μια παρόμοια συναλλαγή έγινε και προχτές όταν ο μεγάλος (ο πατέρας μου that is) μου έφερε το λάδι και τα κυδώνια από το Λεμονοδάσος. Πρέπει να σας πω ότι είμαι κάτοχος μια μεγάλης ποσότητας άλλης μια παράνομης ουσίας. Επικίνδυνης όσο και δυσεύρετης και δυσκόλως κουβαλίσιμης. Essenza di senape. Αιθέριο έλαιο σιναπιού. Χημικό όπλο. Δεν νομίζω να μπορεί να χαρακτηριστεί αλλιώς. Δεν τολμώ ούτε να ανοίξω τα μπουκάλια που μας έστειλε η φίλη-της αδελφής-της φίλης-της κυρίας Εύας από το Sarnico. Ή μήπως ήταν η ίδια η αδελφή της φίλης? Αυτή η σπείρα έχει πολλά πλοκάμια. Άντε βρες την άκρη. Αύριο το απόγευμα θα καθαρίσουμε και θα ψιλοκόψουμε τα κυδώνια, θα τα βάλουμε στη ζάχαρη και την Κυριακή θα τα δέσω, θα βάλω το σινάπι (ο αδελφός μου θα μου στείλει προστατευτικά γυαλιά και η Λία θα φέρει μάσκα γιατί μάλλον αυτή που αγόρασα από το φαρμακείο είναι μάπα), θα κονσερβάρω και έτοιμη η mostarda!

Αντιστοίχως στο σπίτι της κυρίας Εύας as we speak στολίζονται τα περίπου 280 βαζάκια με διάφορα καλούδια που έχει φτιάξει και τα περίπου 100 μπουκαλάκια λικέρ. Η Ελένη φτιάχνει πόντσο και εσάρπες, η Έμμη εσάρπες, τσάντες, γλυκά του κουταλιού και δεν ξέρω τι άλλο μα την αλήθεια. Η άλλη Εμμη με τον Μανώλη και τον Σπύρο ασχολούνται με το στήσιμο και τη διακόσμηση του μπαζάρ. Πως θα είναι το μπαρ, πως θα είναι το ταμείο και η συσκευασία, πως θα είναι οι πάγκοι, πως τα ράφια.

Ο Πέτρος? Ο Πέτρος έχει άγχος. Μιλάει με τους καλλιτέχνες και την επιμελήτρια, φοβάται μήπως δεν προλάβουμε τον κατάλογο, ανησυχεί που δεν βρίσκει τον Βασίλη και με παίρνει τηλέφωνο 5 φορές τη μέρα. 26 Εικαστικοί έχουν προσφέρει περίπου 30 έργα για την έκθεσή μας φέτος. Μεγάλη δουλειά, έτσι?!

Στο σπίτι της Ξανθής, εκτός από το στοκ γλυκών, μαρμελάδων και λικέρ, της τελευταίες μέρες διατηρείται και παράνομη βιοτεχνία κατασκευής τσαντών και ποδιών. Τα υφάσματα έχουν έρθει από την μαύρη Αφρική. Νιγηρία, Ζαΐρ? Δεν είμαι σίγουρη. Πρέπει να ρωτήσω την Σοφία τη γραμματέα μας που είναι από κει η μαμά της. Αλλά θα ξέρει και η κυρία Εύα. Όλα τα ξέρει η κυρία Εύα. Ακόμα και το μυστικό για τις τέλειες λιαστές ντομάτες!

Το Σάββατο η ομάδα μαγειρικής των παιδιών θα φτιάξει για το μπαζάρ μαρμελάδα εσπεριδοειδών και τις παραμονές, κουραμπιεδάκια. Διπλάσια ποσότητα φέτος γιατί πέρσυ έγιναν ανάρπαστα!

Αααααααααααααα! Καλέ, έχω και τη μαύρη του Μιχάλη. Τι ποια μαύρη. Τη σοκολάτα φυσικά. Την άφησε στη σχολή χορού και πήγα προχτές και την πήρα. Έχω να φτιάξω και κρέμα σοκολάτας με σουμάδα. Χριστέ μου, πότε θα γίνουν όλα αυτά, πότε , πού και κυρίως από ποιον? Φέτος το μπαζάρ έχει ξεπεράσει κάθε προηγούμενο. Σε μέγεθος, σε επαγγελματισμό, σε πρωτοτυπία, σε εκπλήξεις, σε εθελοντές. Το μόνο που έχει μείνει ίδιο είναι η ποιότητα των πραγμάτων, που είναι σταθερά εξαιρετική και το κέφι μας. Οι ώμοι μας μπορεί να βάρυναν λίγο, και το κεφάλι μας να γυρίζει από την κούραση, αλλά το κέφι μας παραμένει αναλλοίωτο. Ακόμα και της Χριστιάννας που έχει θαφτεί κάτω από τόνους γκλίττερ, κορδελλών και άλλων υλικών χειροτεχνίας και αναζητά απελπισμένα έναν εθελοντή έστω και τώρα να της βάλει ένα χέρι.

Κι ανάμεσα σ’ όλα αυτά, παίρνω κάτι μέηλ συνομωτικά. Κάτι μέηλ που λένε γλυκά λόγια και υπόσχονται μηλοπιτάκια για τους εθελοντές την Παρασκευή που θα στήνουμε. Και στηρίζομαι στα πόδια μου ξαφνικά. Μου βγαίνει μια σταγόνα νερό στην άκρη του ματιού, αποσυμπιέζομαι και σηκώνω την πλάτη. Love is all around me and so the feeling grows.

Καλό μπαζάρ.

 

Υ.Γ. Θα ήθελα να ανεβάσω από σήμερα την υπέροχη τρυφερή και χαρούμενη πρόσκληση του φετινού μπαζάρ που μας έφτιαξε και φέτος η Λουίζα Κορνάρου. Όμως δεν θα το κάνω.

Γιατί σήμερα θέλω να σας στείλω εδώ να διαβάσετε για ένα άλλο μπαζάρ που γίνεται το Σάββατο 28 Νοεμβρίου στο Cabaret Voltaire στο Μεταξουργείο από τις 12:00 το μεσημέρι έως τις 8:00 το βράδυ, αλλά πλαισιώνεται κι από άλλες εκδηλώσεις που δείτε πιο κάτω. Στόχος του : Η στήριξη των 15 παιδιών έως 3 ετών που ζουν στην φυλακή με τις φυλακισμένες μητέρες τους. Μια δράση που αναμφίβολα, αξίζει τον κόπο. Να πάτε να τους στηρίξετε. Ελπίζω κι εγώ να τα καταφέρω. Καλό μπαζάρ και σε σας παιδιά και καλή σας επιτυχία.





Συνταγές μαγειρικής

8 11 2009



Κέρασμα, λόγω εορτής.

Μου το θύμησε μια φίλη που δουλεύει για το μπαζάρ. Μια ωραία, φίνα γυναίκα, από αυτές που αρωματίζουν το χώρο με την παρουσία τους.

Σήμερα, το αφιερώνω με τη σειρά μου σε όλες αυτές τις σπάνιες γυναίκες, που ζουν μόνες. Ζουν ωραίες ζωές, είναι γεμάτες. Αλλά είναι πολύ κρίμα για τους άντρες που δεν σηκώνουν τα μαγευτικά τους πέπλα για να δουν τον υπέροχο κόσμο που κρύβεται πίσω από αυτά. Ελπίζω, για όλες τους, κάποιος να τολμήσει.

Το ίδιο θα ήθελα να εύχεστε και για μένα. Αλλά, όπως και νά ‘χει, να με χαίρεστε.

(Παρακαλώ, σε περίπτωση σχολιασμού του παρόντος, να εστιάσετε στις ευχές και όχι σε λόγους παραμυθίας. Χάρη σας το ζητώ, για τη γιορτή μου.)





Ζητείται μουσικός

20 10 2009

Όσοι από σας έχετε παρακολουθήσει μια παράσταση των Δρόμων Ζωής, ή έχετε παρευρεθεί στο πάρτυ του bazaar, το πάρτυ των παιδιών, πρέπει να έχετε αντιληφθεί ότι τα παιδιά μας, έχουν ένα εγγενές ταλέντο για τη μουσική και το χορό. Μια από τις καλύτερές μου τα Σάββατα στην ομάδα μαγειρικής, είναι όταν βάζουμε το φαί, ή το γλυκό στο φούρνο και τα παιδιά ανεβαίνουν επάνω και παίρνουν τα κρουστά και ξεκινάει το μεγάλο γλέντι. Τύμπανα, τουμπερλέκια, ντέφια, κι ένα μικρό παιδικό κασσετοφωνάκι με μικρόφωνο για τον τραγουδιστή, μετατρέπουν την κουζίνα σε χώρο πανηγυριού, ξεκουφαίνουν τους εθελοντές που κάνουν μάθημα στα διπλανά δωμάτια του σπιτιού και ξεσηκώνουν τα παιδιά από τα μαθηματικά και τις γεωγραφίες και τα στέλνουν στην κουζίνα να δουν τι τρέχει. Τι να τρέχει? Παίζουμε μουσική και χορεύουμε ώσπου να βγει το φαγητό. Αυτονόητα πράγματα στο Γκάζι. Εκείνες τις ώρες, κανείς εθελοντής δεν θυμώνει που τα παιδιά δεν συγκεντρώνονται στα μαθήματα. Τα βλέπουν όλοι χαρούμενα να συμμετέχουν στην αυτοσχέδια γιορτή και κυρίως παρατηρούν το αναμφισβήτητο ταλέντο τους να ξεδιπλώνεται. Μετά αρχίζουμε τα παζάρια. “Λοιπόν, άλλα 10 λεπτά και μετά σταματάτε για να μπορέσουμε κι εμείς να κάνουμε μάθημα.” Εμάς, δεν μας πειράζει αυτό, γιατί μετά κερνάμε το φαί μας, και όλοι ξεχνάνε την αναστάτωση. Και κάθε φορά, τελειώνει η γιορτή με το κέρασμα και όταν συναντιόμαστε λέμε : Μα δεν μπορούμε να βρούμε έναν εθελοντή να κάνει μουσική στα παιδιά? Προχτές, μιλώντας με τη Λίλλυ, ήρθε πάλι αυτή η κουβέντα. Τα παιδιά τα δικά μας, όπως και όλα τα παιδιά εδώ που τα λέμε, έχουν μεγάλη ανάγκη να αξιοποιήσουν ένα ταλέντο τους γιατί αυτό ισορροπεί το ισοζύγιο με τις αδυναμίες που μπορεί να έχουν σε άλλους τομείς της ζωής. Στο παρελθόν, έχει συμβεί, ένα παιδί που βοηθήθηκε να μάθει βιολί να αρχίσει να βελτιώνεται πολύ σαν μαθητής στο σχολείο και μάλιστα να φθάσει να πάρει πτυχίο τεχνικής σχολής, ακριβώς μέσα από το κουράγιο που άντλησε από την επιτυχία του στις μουσικές του σπουδές. Τα γράφω όλα αυτά, με την ελπίδα κάποιος από σας να είναι μουσικός και να έχει μία ώρα την εβδομάδα, ή έστω το 15ήμερο για να διδάξει εθελοντικά μουσική στα παιδιά. Τη φόρμουλα θα τη βρούμε. Τα όργανα, θα τα βρούμε, μη σας νοιάζει. Τα υλικά αποκτήματα για μας είναι το πιο απλό πράγμα. Μόλις οραματιστούμε κάτι, βρίσκεται. Το έμψυχο υλικό μας δυσκολεύει. Ο άνθρωπος εκείνος που θα θέλει την μουσική του παιδεία να την επενδύσει σε κάποια παιδιά που εκτός από τη μουσική θα μάθουν και να πιστεύουν στον εαυτό τους, την ίδια ώρα. Αν λοιπόν μπορείτε να διδάξετε μουσική, ή έχετε κάποιον στο νου σας που μπορεί να ήθελε να το κάνει, σας παρακαλούμε θερμά, επικοινωνήστε μαζί μας. Θα πιάσει τόπο η προσπάθειά σας κι ο «δάσκαλος μουσικής» θα περάσει κι ωραία! Και τέλος πάντων, κάτι μπορούμε να κανονίσουμε για ανταλλαγή σε είδος. Θα φροντίσει η ομάδα μαγειρικής να τους φυλάει μεζεδάκια. Είναι συμφέρουσα η πρόταση σας λέω. ;-)





Τα μάτια των παιδιών

9 10 2009

Ζόρια πολλά. Πίεση, κλάμματα, πίκρα, απογοήτευση και μαζί, αυξημένη συνειδητότητα, συγκέντρωση δυνάμεων, πίστη, ανασύνταξη.

Είναι από κείνες τις στιγμές που λυγίζουν οι ώμοι. Που ο αυχένας μου δεν μπορεί να σηκώσει τις σκέψεις μου. Εκείνες τις στιγμές που στ’ αλήθεια νοιώθω να πνίγομαι και μου ανεβαίνει στο στήθος ένας βαθύς λυγμός και δεν τον αφήνω να φύγει. Μ’ αυτό το λυγμό στο στήθος βγαίνω από το γραφείο και πάω να φτιάξω ένα τσάι. Η πρέζα μου. The au lait. Έτσι τόπινε κι η συχωρεμένη η νταντά μου.  Ελαφρύ το χώμα που την σκεπάζει, πολύ μ’ αγάπησε.

Κάνω ένα τηλέφωνο σε μια φίλη. Βαστιέμαι πολύ για να μην τα μπήξω. Έκοψα μια από τις φούρκες μου εχθές (άτιμε Dali, όλα τα βρήκες)  και νοιώθω να λυγάω σήμερα.  Η μέση μου, η πλάτη μου, οι ώμοι μου, ο αυχένας μου, σμπαράλια. Αναζητώ μια διέξοδο. Κάποιον να μιλήσω. Δεν παίρνω κανέναν. Όλοι δουλεύουν τέτοια ώρα. Απελπισμένη, γυρίζω το κεφάλι μου δεξιά – αριστερά.  Αριστερά, λοιπόν, πέφτει το μάτι μου στις ζωγραφιές.

Στους Δρόμους Ζωής, έχουμε καθιερώσει από πέρσυ, ίσως και πρόπερσυ, ένα καθεστώς “επιμελειών”. Κάθε μέρα ένας εθελοντής, πάει και κάθεται στην κουζίνα και είναι υπεύθυνος για τη λειτουργία του κέντρου. Ποιοι εθελοντές ήρθαν, ποιοι όχι, ποια παιδιά, τι ώρα, πότε τα πήραν οι μαμάδες, τι έκαναν, να μην κάνουν φασαρία, να μην γίνουν ζημιές, όσα μεγάλα έχουν τελειώσει να τα διώχνει, και τα μικρά να τα κρατάει ήσυχα. Απλά καθημερινά πράγματα δηλαδή. Που σχεδόν δεν γίνονται εκτός αν είσαι η θεά Κάλι.  Τα παιδιά παίζουν και τρέχουν σα ζουρλά πάνω κάτω. Θέλουν τσάγια με 5 κουταλιές ζάχαρη, πλένουν χέρια συνεχώς (από το φόβο της γρίππης) κάνοντας την κουζίνα άνω κάτω. Τρώνε μπισκότα, γελάνε, γελάνε, γελάνε, αγκαλιάζουν και φιλάνε, στολίζουν το κέντρο και την ψυχή μας με τα χαμόγελά τους, σπάνε ταυτοχρόνως τζάμια, γράφουν σε τοίχους, ξετρυπώνουν μασκαραδίστικα και ντύνονται μασκαράδες μες στο φθινόπωρο, βρίσκουν μαντήλια και φτιάχνουν ψευτοτουαλέτες και κάνουν ντεφιλέ στην αυλή. Τρελλοκομείο. Ε, αυτό το τρελλοκομείο, είναι ο παράδεισός μου.

Την πρώτη φορά που έκανα επιμέλεια, έφυγα διαλυμένη. Από το πρωί στα τακούνια (πάω αμέσως μετά τη δουλειά) και πάνω κάτω στη σκάλα να μαζεύω μικρουλάκια και μεγάλα. Ν’ αφήνουν ανοιχτή την πόρτα της κουζίνας και να φεύγει όλη η ζέστη της σόμπας. Να έχω ξυλιάσει. Να κάνω την προπαίδεια με τον τάδε πιτσιρικά, να χτυπάνε τηλέφωνα, και να μαζεύω ψιχουλάκια από το τραπέζι ανα 10λεπτο. Όμως από τις δεκάδες αγκαλιές, έφυγα με ελαφριά ψυχή μες στο βαρύ μου σώμα.

Σε κάτι τέτοιες επιμέλειες μάζεψα τις ζωγραφιές που έχω στ’ αριστερά μου. Σε χαρτιά, σε χαρτοπετσέτες, με στυλό, με μαρκαδόρους, μονόχρωμες ή πολύχρωμες, μάζεψα ζωγραφιές υπογεγραμμένες από τις οποίες οι περισσότερες έχουν το ίδιο θέμα. Μια κοπέλλα με κίτρινα σγουρά μαλλιά (σβούρες δηλαδή με το στυλό μέσα στο περίγραμμα του χτενίσματος) που κρατάει στο χέρι της ένα σκοινί με θηλιά που είναι κολλημένο σ’ ένα τετράποδο ζώο κίτρινο με μπούκλες ζωγραφισμένες με την ίδια ακριβώς τεχνική της σβούρας. Η Μάγια κι εγώ. Αλλού είμαστε μαζί με τον Μπομπ σφουγγαράκη. Αλλού μπροστά σε μια θάλασσα με ψάρια. Αλλού μέσα σε μια καρδιά. Και πολλές ζωγραφιές γράφουν : Σας αγαπώ πολύ κυρία Τίνα. Οι υπογραφές? Πολλές. Αισέ, Μινεβέρ, Γκαμζέ, Χατιτζέ, Νατζιγιέ, Γκιουλσέν, Φερίτ, Ιντρίς.

Μόλις είδα τις ζωγραφιές, ένοιωσα σαν να ήμουν στην αγκαλιά των παιδιών. Τα παιδιά αγκαλιάζουν πολύ δυνατά και φιλάνε με σάλια, ενίοτε ανακατεμένα με ψιχουλάκια ή τσάι. Είναι τα ωραιότερα φιλιά της ζωής μου. Κολλάνε σαν logo στιγμής, αλλά δε θες να τα πλύνεις ποτέ. Θες να τα ξεκολλήσεις σαν post it και να τα κολλήσεις στον τοίχο να τα βλέπεις. Τα φιλιά των παιδιών κρατάνε για πάντα. Και οι αγκαλιές τους. Το ίδιο και του βαφτιστηριού μου,  του Βαγγέλη, το ίδιο και της Μάρως. Κρίμα που και οι δυο τους μένουν μακριά. Ευτυχώς μ’ έχουν αγκαλιάσει και οι δύο πολύ και μου κρατάει η ενέργεια.

Την προηγούμενη εβδομάδα, συναντήθηκε η ομάδα μαγειρικής του μπαζάρ στην αυλή. Κάποια στιγμή, ξέφυγαν από τον επιμελητή δυο τυπάκια του δημοτικού και παίζανε μπασκετ (με τη μεγαλύτερη δυνατή ηχητική υποστήριξη), λίγο πιο πέρα. Από την αίθουσα του δημοτικού ακουγόταν τρελλή φασαρία. Κάποια στιγμή, σηκώνομαι για να κάνω παρατηρήσεις. Πλησιάζω τους μεγάλους, αρχίζουν να φωνάζουν “κυρία, κυρία τι κάνετε?” και να μου χαμογελάνε. Η μισή μου αυστηρότης πήγε κατά το ποτάμι. Μπαίνω στο δημοτικό, για να τραβήξω κανένα αυτί, και βλέπω ένα μπουκέτο λουλούδια. Πρωτάκια, με στρογγυλά προσωπάκια, με πλατιά χαμόγελα, αλλά πολύ πλατιά χαμόγελα, χαρούμενα να τιτιβίζουν ζωγραφίζοντας γύρω από ένα τραπέζι. Υποχωρώ σιγά σιγά, και χωρίς να μαλώσω καθόλου, βγήκα ξανά στην ομάδα. Δεν μαλώνεις, μαννούλα μου, τέτοιες φάτσες. Μόνο τις αγκαλιάζεις σφιχτά και τις φιλάς στη μούρη.  Τόσο πολλά καλά παιδιά μαζεμένα, εγώ δεν ήξερα οτι υπάρχουν στον κόσμο. Άσε που δεν ήξερα καθόλου οτι υπάρχουν τόσο καλά παιδιά. Τι να πω. Πείτε μου οτι είμαι βούτυρο στο ψωμί. Αλλά μόλις τα βλέπω, τα χάνω.  Να από κάτι παρόμοια είναι οι ζωγραφιές που έχω στο γραφείο και με παρηγορούν όλη μέρα σήμερα.  Τα μαλώνεις παιδιά που κάνουν τέτοιες ζωγραφιές? Αν σου βαστάει, κάντο.

Τα μάτια των “πρωτάκια” είναι καρφωμένα μέσα στην ψυχή μου, όλη μέρα σήμερα. Με σήκωσαν λίγο παραπάνω από τη μοκέτα του γραφείου.  Και με ταξίδεψαν μέσα στα turbo αυτοκίνητα που ζωγραφίζουν, περάσαμε από σπίτια με κόκκινες στέγες και κίτρινες κουρτίνες, από καφέ βουνά με ένα δέντρο επάνω, από τεράστιες μπλε πεταλούδες, από σύννεφα και κίτρινους ήλιους με χαμόγελα. Και υπερφυσικά λουλούδια με τεράστια πέταλα. Τα μάτια των παιδιών με ξανάκαναν Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων. Θα περάσει κι αυτή η μπόρα, που θα πάει. Είμαι μεγάλη, και μπορώ πια να επιβιώσω. Χάρη και στα ματια των παιδιών.





Οι άγγελοι της ζωής μου (2)

2 10 2009

Είναι από κείνες τις φορές που δεν ξέρω πως ν’ αρχίσω. Είναι από κείνες τις φορές που μια έκρηξη έχει σκοτεινιάσει τον αέρα και όλα είναι δυσδιάκριτα και αμφίβολα. Σε δευτερόλεπτα μέσα, συνειδητοποιείς οτι δουλειά ετών παίρνει σχήμα. Και το σχήμα της σε φοβίζει.

Μέσα μου γιγαντώνεται το χρέος στον εαυτό μου. Στη ζωή μου. Ύστερα σκέφτομαι πως αν μείνω πιστή σ’ αυτό, οι σχέσεις με τους σημαντικούς άλλους θα διαταραχθούν. Οι άνθρωποι, έχουν συχνά την εντύπωση οτι τους οφείλεις. Δεν τους αρέσει να μην τους οφείλεις. Δεν τους αρέσει να είσαι ελεύθερος. Κυρίως γιατί δεν είσαι προβλέψιμος…

Ακροβατώ στην κόψη ενός ξυραφιού. Ξέρω πως πρέπει να πηδήξω για να σωθώ. Απ’ όποια μεριά του ξυραφιού κι αν πέσω, θα σωθώ. Το μόνο που δεν πρέπει να κάνω είναι να συνεχίσω να ματώνω τις πατούσες μου πάνω στο ξυράφι.  Πρέπει να λυγίσω τα γόνατα για να πάρω φόρα να πηδήξω μακριά. Μόνο που ακριβώς εκείνη την στιγμή που θα κλωτσήσω με τα πόδια μου το ξυράφι για να εκτιναχθώ, εκείνη τη στιγμή ακριβώς η κόψη του θα μπει πιο βαθειά στο δέρμα μου και θα με πονέσει πολύ και θα ματώσω πολύ. Θα σωθώ, αλλά η πληγή θα αργήσει να κλείσει και θα φαίνεται για καιρό. Ίσως για πάντα.

Σ’ αυτό το σκηνικό, μ’ επισκέπτονται άγγελοι. Άλλους τους καλώ εγώ : Το Νίκο πρώτα απ’ όλους. Κι΄υστερα τον Παύλο. Τη Μένια. Την Εύα. Κάποιοι άλλοι, εμφανίζονται ξαφνικά μπροστά μου, σαν να τους ήλξε ο μαγνήτης μου. Η Χάρη, που μ’ ένα μαγικό, απολύτως μαγικό τρόπο, είναι κοντά μου πάντα, όσο μακριά κι αν είναι. Η Νένα, που με την απίστευτη ευστροφία της, με προετοιμάζει για το δυσκολότερο και ψάχνει να μου βρει λύση.  Ο Λεωνίδας. Που, ενώ γνωριζόμαστε καιρό, έπεσε πάνω στη Magica τυχαία, και διάβασε τα παλιά ποστάκια. Η Αλέττα, που από του διαβόλου τη μάνα, μου στέλνει ξαφνικά ένα λινκ με γαμώ το timing, και μου θυμίζει την ανθρώπινη πλευρά του τέρατος. Και με τυλίγει με μια μακριά υφαντή πασμίνα 100%  love on love, “για να μην κρυώνεις”. Ο άλλος Νίκος, ο πηγαία ευγενής, που με παίρνει ξαφνικά τηλέφωνο “γιατί χθες δε σ’ άκουσα καλά” κι ας μην ξέρει, σχεδόν τίποτε για μένα.

Σαν άγγελοι πετούν όλοι αυτοί οι άνθρωποι πάνω από το κεφάλι μου και καθαρίζουν με τα φτερά τους τον αέρα. Μου φωνάζουν : Magica, πιστεύω σε σένα. Είσαι δυνατή. Θα τα καταφέρεις. Όλα θ’ αλλάξουν για σένα τώρα κι όλα για το καλύτερο.

Οι άνθρωποι που αγαπάμε περισσότερο στον κόσμο, είναι αυτοί που μας πληγώνουν πιο πολύ. Μεγαλώνοντας, μαθαίνουμε οτι παρά τις πληγές είναι δυνατόν να επιζήσουμε.  Τότε, εμφανίζονται στη ζωή μας εκείνοι οι άνθρωποι που διαλέξαμε και μας θυμίζουν οτι η αγάπη δεν τελειώνει ποτέ.  Κάνει κύκλους γύρω από την αυλή μας και μπαίνει μέσα αμέσως μόλις ανοίξουμε το πορτόνι. Και μετατρέπει μαγικά την επιβίωση σε Ζωή. Σας ευχαριστώ πολύ που μου το θυμίζετε.





Θυμός και άτομο

25 09 2009

Το σχολικό έτος 1985-86, πήγαινα  β’ λυκείου. Δεν είχα κάνει ποτέ φροντιστήριο ως τότε, κι εκείνη τη χρονιά οι γονείς μου έκριναν οτι ενόψει των πανελλαδικών της επόμενης χρονιάς, θα έπρεπε να κάνω φροντιστήριο στην έκθεση που τη θεωρούσαν όλοι, για κάποιο ακατανόητο λόγο, μάθημα “ζαριά”

Με στείλανε λοιπόν σ’ αυτόν που θεωρούσαν καλύτερο  (και άρα ακριβότερο) φροντιστή στην έκθεση, ένα μισότρελλο τύπο, με μανία μεγαλείου, που τότε είχε το γραφείο – τάξη του στη Ζ.Πηγής. Αυτός ο τύπος, δίδασκε ένα σύστημα επίλυσης του θέματος κατά τέτοιο τρόπο, ωστε να μην βγαίνεις ποτέ εκτός θέματος και να έχεις αρκετές αερολογίες να γράψεις ωστε να γεμίσει η κόλλα what so ever. Μας έβριζε δε, σαν να είχε απέναντί του, τίποτε ελεεινά σκουλήκια, πράγμα κατά τη γνώμη μου ανεπίτρεπτο για επιχειρηματία. Τέλος πάντων, επειδή εκεί γνώρισα τον αγαπημένο μου φίλο τον Όμηρο, του τα συγχωρώ τώρα όλα αυτά, αλλά γενικώς ήτο τρελλα διαταραγμένος. Στο πρώτο μάθημα, ο εφεξής καλούμενος “διαταραγμένος”, μας υπαγόρευε μία έκθεση με θέμα “Θυμός και άτομο”. Η πρότυπη αυτή έκθεση (από ιριδιούχο λευκόχρυσο), θα αποτελούσε εφεξής αντικείμενο της μελέτης μας και σημείο αναφοράς στη σύγκριση με αυτές που θα γράφαμε στη διάρκεια της χρονιάς. Τέλος πάντων, για να μη μακρυγορούμε έτι περαιτέρω, στην έκθεση αυτή, ο “διαταραγμένος” παρουσίαζε τον θυμό περίπου όπως οι γονείς μου, μόνο λίγο χειρότερο: ως το μεγαλύτερο δεινό της ανθρωπότητας και το μεγαλύτερο πάθος του ανθρώπου, εξω από δω και μακριά!

Εγώ βέβαια με αυτή τη θεώρηση του θυμού ήμουν από χρόνια εξοικειωμένη. Στο Χριστιανικό περιβάλλον που ανετράφην, ο θυμός ήτο απαγορευμένο συναίσθημα και η πλύση εγκεφάλου, ξεκινούσε από νωρίς, όσο το βρέφος ακόμη γαλουχείτο. Ο αγαθός μπαμπάς μου, μόλις κάποιο από τα παιδιά θύμωνε, το περιέπαιζε λέγων : “Θ,θ. Θύμωσε ο Θύμιος. Θύμωσε η Θυμιώ.” Εσύ μπορεί να γινόσουνα Τούρκος βεζύρης από το κακό σου, ο άλλος σε περιέπαιζε. Τότε δεν είχα ακόμη γνωρίσει το Βασίλη και αγνοούσα τη σημασία της αγαπημένης του φράσης “ου περιπαίξεις εν ου περιπεκτοίς” και έβραζα στο ζουμί μου, χωρίς να μπορώ να απειλήσω τον μπαμπά μου επαρκώς. Η μητέρα μου, με συνοπτικές διαδικασίες, ρωτούσε απειλητικά : “Με ποιον θυμώνεις?” βάζοντας τέλος σε κάθε πιθανό σενάριο. Γενικώς ο θυμός στο σπίτι μας δεν έβγαζε πουθενά. Επεφτε στο κενό.

Μετά πήγα στο σχολείο. Ε, ρε γλέντια. Εκεί έπεσε η μεγαλύτερη πλύση. Οτι στους γονείς που χρεωστούμε αιωνία ευγνωμοσύνη για τη ζωή μας δεν θυμώνουμε ποτέ. Οτι “ποτέ δεν θα πειράξω τ’ αδέλφια τα καημένα, μη ταχα σαν κι εμένα και κείνα δεν πονουν”  και τέτοια γραφικά. Α και το άλλο το σούπερ. Αμα φας ένα σκαμπίλι από τη μια, γύρνα να φας κι άλλο ένα από την άλλη για να μη γέρνεις. Με κάτι τέτοια έγινα εγώ καλό παιδί και σας το λέω για να μην αναρωτιέστε.

Αντιλαμβάνεστε, οτι όταν έφτασα στην βου λυκείου και διάβασα τις αηδίες του “διαταραγμένου” περί αισχρότητας και βδελυρότητας του θυμού, τα πίστεψα όλα. Αλί και τρις αλί, που θα έλεγε κι ο αγαθότατος παππούς μου, του οποίου το δικαίωμα στο θυμό είχε πετσοκόψει η γιαγιά μου (η κατά τα άλλα καταγεγραμμένη στη συνείδησή μου, ως αγία).

Λοιπόν, γράφω σήμερα αυτό το ποστάκι, με ένα και μοναδικό σκοπό : Να επαναπροσδιορίσω τη σχέση μου με το υπέροχο όσο και απελευθερωτικό αυτό συναίσθημα του θυμού.  Μου πήρε βέβαια 6 χρόνια ντιβάνι, που θά ‘ λεγε και μια θυμωσιάρα ψυχή, αλλά και πάλι καλά να λες! Παιδί, μου, σήμερα που τα γράφω αυτά, είμαι έξαλλη. Με τον εαυτό μου, με τους “άλλοι”, με το tango όπως προείπαμε, και γενικώς με τον σύμπαντα κόσμο. Τουλάχιστον σήμερα το ξέρω. Αν κάτι σε θυμώνει, καθόλου δεν σημαίνει οτι δεν το αγαπάς. Μπορεί μάλιστα να σημαίνει και το ακριβώς αντίθετο : να το λατρεύεις.  Κι επίσης, οτι για να εξελιχθούν οι σχέσεις με τους ανθρώπους, πρέπει να εντοπίζεις (και ενίοτε να τους λες) τι σου τι δίνει σ’ αυτούς. Είναι ΟΚ να σου τι δίνει κάτι. Για την ακρίβεια, είναι τέλειο.  Ανάβουν και τα αίματα, ανεβαίνει και ο καρδιακός παλμός, σχεδόν σαν σεξ είναι. Και μετά, ηρεμείς. Κι όλα παίρνουν τον δρόμο τους, ήρεμα και ξεπλυμμένα σαν καθαρές από τη βροχή αυλές.

Αν σήμερα ξανα έγραφα εκείνη την έκθεση θα επαναδιατύπωνα τον ορισμό ως εξής :

Είναι, δε, θυμός, το συναίσθημα που βιώνει ο άνθρωπος όταν νοιώθει οτι αδικείται, προσβάλλεται η προσωπικότητα ή καταπατώνται τα δικαιώματά του. Ο άνθρωπος που μπορεί να εντοπίσει μέσα του το συναίσθημα αυτό και να το διαχειριστεί θετικά και προς όφελος δικό του και των σχέσεών του με τους άλλους ανθρώπους, είναι ολοκληρωμένος και ψυχικά υγειής. Εχει μεγαλύτερες πιθανότητες να γίνει ευτυχισμένος και να περάσει καλύτερα κάθε στιγμή στη ζωή. Κυρίως επειδή μέσα από την έκφραση του θυμού του, εξυγιαίνει τις σχέσεις του και τις θέτει σε ειλικρινέστερες βάσεις. Αρκεί να μην το παρακάνει γιατί ο θυμός κάνει ρυτίδες.

Αυτά τα ολίγα φιλοσοφικά για σήμερα, και μην ακούτε τι σας λένε.  Θυμώστε γιατί χανόμαστε.





Η σκηνή της μοναξιάς

21 09 2009

Μπροστά στα μάτια μου ξετυλίγεται μια θεατρική παράσταση. Οι ηθοποιοί κάθονται στο περίγραμμα της σκηνής, ανέκφραστοι, παγωμένοι κι ενίοτε ανταλάσσουν βλέμματα και λίγες λέξεις.   Σκηνοθέτης δεν υπάρχει. Κανείς δεν δίνει οδηγίες στους ηθοποιούς. Η παράσταση είναι κυρίαρχα αυτοσχεδιαστική. Η σκηνή είναι σχεδόν άδεια, αν εξαιρέσει κανείς τις καρέκλες και τα σκαμπώ που κάθονται οι ηθοποιοί. Δεν υπάρχει και σκηνογράφος. Το κοστούμι τα διαλέγει ο κάθε ηθοποιός μόνος του ανάλογα με το ρόλο που θα επιλέξει να παίξει στην συγκεκριμένη παράσταση. Φοράνε τα ρούχα με τα οποία νοιώθουν οτι είναι ο ρόλος τους.

Τους παρατηρώ από μακριά παγωμένη. Εχω με δυσκολία διαλέξει ρούχα γι απόψε. Τα μαλλιά μου τά ‘χω τραβήξει πίσω, αυστηρά. Φοράω κατακόκκινο κραγιόν και μαύρα ρούχα και κοσμήματα. Περιμένω να έρθει η σειρά μου να παίξω. Κάθε φορά που ένας συνάδελφος μου μιλάει, παγώνω περισσότερο. Ξεχνάω τα λόγια μου, φοβάμαι.  Ο ρόλος που παίζω συνήθως είναι της ευγενούς, ευαίσθητης κοπέλας που πηγαίνει εκεί μόνο για τον χορό. Κρύβω την στενοχώρια μου πίσω από το πλατύ χαμόγελο του καλού παιδιού. Δεν λέω ποτέ όχι στους καβαλιέρους, ακόμα και στους άσχετους. Χαμογελώ σε όλους ανεξαιρέτως, εγκάρδια κι ευγενικά. Στιγμές, μπαίνω στο πετσί του ρόλου και μ’ αληθινό ενδιαφέρον ακούω τα νέα τους. Επικοινωνώ μαζί τους. Εκείνες τις ώρες, κάπως ανακουφίζομαι. Ύστερα, ένα κομπλεξικό αρσενικό με χαιρετάει πολύ εγκάρδια και με φιλάει σταυρωτά. Mου κάνει παράπονα που χάθηκα. Στα μάτια του διαβάζω : Σου μιλάω μόνο επειδή είσαι “πελάτισσα”.  Υστερα, κάθεται κοντά μου ο αληθινά ευγενικός που στη σκηνή παίζει συνήθως τον  διαταραγμένο και τον συγκαλυμμένα γόη. Μου είναι απείρως συμπαθέστερος. Συμπαθώ περισσότερο τους καλούς που ντύνονται κακοί, παρά τους κακούς που ντύνονται καλοί.

Μου κάνει νόημα ένας συνάδελφος. Να σου ζητήσω να χορέψεις? Βεβαιως, με πολύ χαρά. Σφιχτή αγκαλιά, μέσα στην οποία εξαντλείται το πάθος. Οι στιγμές ανάμεσα στα τραγούδια είναι σχεδόν εφιαλτικές. Αναγκάζεσαι να μιλήσεις μ’ έναν άνθρωπο με τον οποίο δεν σε συνδέει τίποτε. Ευτυχώς, το επόμενο τραγούδι ξεκινάει. Η tanda τελειώνει και πηγαίνω στο τραπέζι μου. Οι φίλοι μου δεν έχουν έρθει όλοι απόψε και μου λείπουν οι ασφαλείς αγκαλιές τους που δεν απειλούν. Μου λείπει η ρουτίνα της κίνησής τους, αυτή η γλυκειά αίσθηση ασφάλειας που με βεβαιώνει οτι τελικά, είναι απλώς ένας χορός.

Οι ηθοποιοί διασταυρώνονται γύρω από την πίστα σ’ ένα τρελλό γαιτανάκι. Ντάμες και καβαλιέροι αλλάζουν αγκαλιές, βλέμματα αρπακτικού καρφώνονται πάνω σε πλάτες, μια επίφαση επικοινωνίας κενής και αλλαλάζουσας τυλίγει τη σκηνή. Τι δουλειά έχω εγώ εδώ? Γιατί το tango δεν είναι απλώς ένας χορός? Τι μου λέει για μένα? Τι μου λέει για τους άλλους? Και γιατί όταν είμαι θλιμμένη, χορεύω καλύτερα?

Έχω κακιώσει με το tango. Ελπίζω να μου περάσει.





Ο λογαριασμός

18 09 2009

Τον πήρα στα χέρια μου προχθές το απόγευμα. Με μια γρήγορη ματιά, είδα επάνω του 4 μήνες.

Περίοδος κατανάλωσης : Από 08.07.2009 έως 07.09.2009

Λήξη πληρωμής : 12.10.2009

Επόμενη μέτρηση 06.11.2009

Αυτούς τους δύο μήνες έκαψα 15 ευρώ φυσικό αέριο. Πάει να πει, το καλοκαίρι μαγείρεψα λίγο και πλενόμουν με δροσερό νερό.  Και πως να μαγειρέψεις μες στον Ιούλιο και τον Αύγουστο, πάνω από την ανοιχτή φλόγα? Καίγεται ο αφαλός σου. Μόνο λικέρ για το μπαζάρ έκανα. Βύσσινο και amaretto. Τά λιασα στο πάνω μπαλκόνι σε καινούργιες γύαλες και τα καμάρωνα κάθε μέρα. με τόσο καμάρι και χάδι, πρέπει να γίνουν τέλεια. Άσε που τον Αύγουστο έλειψα για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες 3 ολόκληρες εβδομάδες. Άσε που το καλοκαίρι τό ‘ριξα τρελλά στην αλητεία και δεν με είδε το σπίτι μου καθόλου.  Ξενύχτια και μαύροι κύκλοι στις μιλόνγκες, σφιχτές ιδρωμένες αγκαλιές και χορευτικά βήματα πανομοιότυπα σχεδόν με κοπανέλια πάνω σε μαξιλαράκι, στρογγυλά, στολισμένα, βουβά ενίοτε πονεμένα και πάντα μα πάντα μοναχικά. Κι ύστερα Πόρος, Μάνη, Κερκίνη, Άγγιστρο, Έδεσσα, Νυμφαίο, Πόζαρ.  Παρέες γλυκές και τρυφερές. Λόγια της χαράς, λόγια συνομωτικά, γέλια, κλάματα, μοίρασμα, αγκαλιές, πάθος, κι άλλα γέλια, τραγούδια, ροκιές, αστεία έξυπνα, αστεια χαζά, αστεία για μεγάλους αστεία για παιδιά, επικοινωνία, γέλια πολλά και μοίρασμα και μια βδομάδα αλλιώτικη μές στη μέση του καλοκαιριού μες στην καρδιά του χρόνου που χώθηκε σαν σφήνα κι αναρωτιέσαι που βρέθηκε αυτή η σφήνα και σφήνωσε μες στην ψυχή μου ξαφνικά και γύρω της χαράχτηκαν ομόκεντροι κύκλοι όπως γύρω από το σημείο που το βότσαλο ανοίγει δρόμο μέσα στη θάλασσα. Κι΄υστερα κορμοράνοι, αργυροπελεκάνοι, οχθοχελίδονα, σταχτοτσικνιάδες, αργυροτσικνιάδες, νούφαρα, νεροβούβαλα, συκοφάγοι, αρκούδες, αράχνες, γρύλλοι και κουνούπια παντού! Κι ένα παιδικό γέλιο καμπανάκι που αντηχεί ακόμα στ’ αυτιά μου καθώς βουτάει το ξανθό κεφάλι στο καυτό νερό του χαμάμ, καθώς τρέχει με το ποδήλατο στην όχθη της λίμνης, καθώς αλλάζει cd στο αυτοκίνητο και μου διαβάζει τις πινακίδες στο δρόμο, καθώς φτιάχνει ιστορίες με αλατοπιπεριέρες και άλιεν, καθώς ρουφάει βυσινάδες μ’ ανθρακικό και κατατροπώνει βουβαλίσια σουτζουκάκια με κους κους κι αγοράζει τετράδια και μολύβια του Αρκτούρου , καθώς τραβάει κουπί στο κανώ και κάνει μούσκεμα την σατέν λουλουδένια μου τσάντα.

Καθώς ο λογαριασμός τυπωνόταν, είχα επιστρέψει ήδη στη δουλειά και είχα βρεθεί σ’ ένα γραφείο με λίγο αλλιώτικες σχέσεις. Σαν λίγο πιο βαθειές, σαν λίγο πιο ξυσμένες, αλλά αυτή δεν είναι η αλήθεια των σχέσεων? Όταν οι άνθρωποι έχουν το θάρρος να μαλώσουν, τότε στ’ αλήθεια αγαπιούνται. Καινούργιες φάτσες. Τι να σημαίνει άραγε ο κάθε νέος άνθρωπος που παρουσιάζεται στην αυλή μου? Πολλή δουλειά, πολύ στρες, ανακατατάξεις, απαιτήσεις, ανάγκες αλλά και αυτή η περίεργη οικειότητα της ρουτίνας. Τα βράδια, ήταν τρυφερά. Με ωραία φαγητά με φρούτα, με ανανάδες κομμένους κυβάκια σερβιρισμένους στο ρούχο τους, με μυστικά και ποίηματα, με funk ρυθμούς, με γέλια φυσικά και μια αναρώτηση : λες να είμαι “εκεί”? Κι ένα κλείσιμο του ματιού σχεδόν απειλητικό. Όσο απειλητικό δηλαδή μπορεί να είναι το κλείσιμο ενός γελαστού πράσινου ματιού. Τις ίδιες μέρες, κουβαλούσα από τη λαική ντομάτες μήλα και κρεμμύδια, από το σούπερ μάρκετ ζάχαρες και ξύδια και κλεινόμουνα στο μαγεριό μου πάνω από την ανοιχτή φλόγα κι έφτιαχνα κέτσαπ. Κόλλησε το σύμπαν από τη γλυκα του και βάφτηκαν όλα βαθυκόκκινα και πήραν τη βελουδένια του υφή. 2 μέρες τυλιγμένη σε ντομάτες και ζάχαρη με όλο τον εξόπλισμό μου ανοιχτό με βαζάκια ν’ αποστειρώνονται στο φούρνο και που και που κανένα χάδι στο λαιμό για κουράγιο.  Βάλτε στην άκρη δυο δεκάρες για το ωραίο μου κέτσαπ να το πάρετε στο μπαζάρ. Θα στολίσει τα μπέργκερ σας σαν πορφύρα και θα ζωγραφίσει ωραίες κόκκινες καρδιές στ’ αυγά μάτια σας.

Την ώρα που ο λογαριασμός έμπαινε στο φάκελο, ήμουν στου Ζωγράφου. Με τα καλά μου τα μαύρα. Ετσι πάω εγώ στους αποχαιρετισμούς. Καλοχτενισμένη από το κομμωτήριο, με ψηλά παπούτσια και καλά μαύρα ρούχα. Και κυττάζω το φίλο μου που είναι ξαπλωμένος μέσα στο καράβι σα να κοιμάται και ξέρω οτι θυμάται τις κουβέντες που κάναμε πέρσυ στην Τήνο και γελάει. Είναι επίσημοι οι αποχαιρετισμοί. Πιο επίσημοι από τους γάμους. Θα κάνουμε καιρό να ξαναβρεθούμε, και πρέπει να φυλάμε στην καρδιά μας μια ωραία εικόνα του άλλου για να τον αναγνωρίσουμε εύκολα τότε. Κι είναι και τιμή να πηγαίνεις. Την ώρα που οι ώμοι σου δονούνται και τα μάτια σου καίνε, και μέσα σου η αιτία του μυστηριού γιγαντώνεται και δεν καταλαβαίνεις τίποτε πια, την ώρα που βλέπεις όλους αυτούς τους ανθρώπους που αγαπούσαν το φίλο σου και ήταν όλοι, κι εσύ μαζί, δεμένοι γύρω του σαν τα στολίδια στα βραχιόλια, και λείπει εκείνος, που ήταν ο συνδετικός κρίκος, καταλαβαίνεις οτι τίποτε δεν θα είναι ίδιο πια. Και για ν’ αποχωριστείς αυτή την παλιά ζωή, την έτσι, και να υποδεχθείς την αλλιώς, πρέπει να είσαι σοβαρός και καλοντυμένος. Επίσημος. Η αλλαγή είναι μεγάλη και η θέση μένει άδεια για πάντα. Κι απλώς ελπίζεις, ελπίζω, στην δικιά μου τελετή αποχωρισμού να είναι όλοι οι φίλοι μου γύρω και να με βλέπουν έστω και με την μισή αγάπη που βλέπαμε εμείς το Δημήτρη. Με τα καλά τους. Σαν  να ερχόντουσαν στο γάμο μου.

Τη μέρα που πήρα στα χερια μου το λογαριασμό, είχαμε τη μεγάλη συνάντηση των εθελοντών στους Δρόμους Ζωής. Δεν πρόλαβα να γράψω τίποτε μ’ αυτά και μ’ αυτά. Όμως η συνάντηση πήγε τέλεια, απόδειξη πως οι άνθρωποι που μας αγαπούν πάντα το μαθαίνουν και πάντα είναι κοντά μας. Κι όχι μόνο. Χαρούμενες, γελαστές και λίγο εμβρόντητες είδα και μερικές καινούργιες φάτσες να μπαίνουν στην αυλή. Καμμιά δεκαπενταριά νέα και μεγαλύτερα παιδιά με πολύ πλατειά χαμόγελα και πολύ γελαστά μάτια. Μου έκανε εντύπωση πως σε μια τέτοια συνάντηση που ο κόσμος δεν πάει για να πάρει, παρά για να προσφέρει, ήρθε τόσος πολύς κόσμος. Κι όταν είπαμε για το μπαζάρ, πάλι συγκινήθηκα και παραλίγο να τα μπήξω.  Έτσι είμαι εγώ. Όταν μιλάω για το μπαζάρ συγκινούμαι. Γιατί θυμάμαι αυτή την compact αγάπη που δεν κρατιέται μέσα και ξεχύνεται από τα παράθυρα και τις πόρτες και διαχέεται στην πόλη και μας βαπτίζει κάθε χρόνο καινούργιους και κάνουμε Χριστούγεννα έτσι βαμμένοι στην ουσία της. Γι αυτή την αγάπη δουλεύουμε όλοι από τον Ιούνιο φέτος. Νομίζαμε οτι ξεκινώντας νωρίς, θα μοιραζόταν η δουλειά πιο χαλαρά μεσα στο χρόνο! Χα! το άλλο με τον Τοτό το ξέρεις?  Όσο πιο νωρίς ξεκινάς, τόσο πιο πολύ δουλεύεις. Ευτυχώς γιατί φέτος το μπαζάρ θα έχει συγκλονιστικά πράγματα. Όλα τα καλούδια του καλοκαιριού μπήκαν στα βαζάκια και σας περιμένουν. Κι ακόμα είναι Σεπτέμβρης.  ΄

Την μέρα που πήρα το λογαριασμό, θύμωσα κιόλας. κι έσπασα ένα καινούργιο κανάτι. Ακούστηκε ο ήχος ο ξερός της τερρακότας που σπάει. Κι ύστερα σιωπή. Εχθές μάζεψα τα κομμάτια σ’ ένα βελούδινο σακκουλάκι. Που ξέρεις, καμμιά φορά γίνονται και θαύματα. Ίσως η αγάπη του μπαζάρ τα κολλήσει κι αυτά στεγανά. Αν όχι, όταν μ’ αποχαιρετήσετε, αυτό το σακκουλάκι το θέλω προσκεφάλι μου.

Σήμερα είναι η πρώτη μέρα της υπόλοιπης ζωής μου. Περιμένω όπως πάντα τον έρωτα να με ξεμυαλίσει και να με συνεπάρει, περιμένω το μπαζάρ με τρελλό καρδιοχτύπι και περιμένω και την αποψινή milonga με μεγάλη δίψα.  Περιμένω και τα πράγματα που θα γίνουν ως την επόμενη μέτρηση του φυσικού αερίου. Θα πάω στη Λάρισα σ’ ένα σεμινάριο tango (καλά πόσο σουρρεάλ ακούγεται αυτό?) μ’ έναν από τους καλύτερους (και κουκλότερους) χορευτές στον κόσμο. Θα πάω στη Μύκονο να δω τα φιλαράκια μου και να τ’ αγκαλιάσω που τά ‘χω επιθυμήσει και να δοκιμάσουμε και τις καινούργιες τρούφες. Θα έρθει η αδελφούλα μου που μ’ αυτά και μ’αυτά δεν την είδα το καλοκαίρι και πολύ. Θα φτιάξω κι άλλα βαζάκια για το μπαζάρ, θα πιω τσάγια με τις φίλες μου στολίζοντας τα βαζάκια και θα μαγειρέψω πολύ. Και θα χορέψω όσο πιο πολύ μπορώ. Και θα  λέω στους φίλους μου πόσο τους αγαπώ, κάθε μέρα. Έτσι, ωστε αν φύγω ξαφνικά κανά ταξίδι να το ξέρουν. Να το πιστεύουν. Να το θυμούνται.

Αυτοί οι λογαριασμοί, ώρες-ώρες, διηγούνται τις ζωές μας νομίζω.





Για τον φίλο μου, τον Δημήτρη Τ.

9 09 2009


Είδες που το θυμήθηκα Δημητράκη μου?
Το γέλιο σου θα είναι πάντα στην καρδιά μου.

Καλή αντάμωση.





Confesión

12 08 2009

Need I say any more?