Τον πήρα στα χέρια μου προχθές το απόγευμα. Με μια γρήγορη ματιά, είδα επάνω του 4 μήνες.
Περίοδος κατανάλωσης : Από 08.07.2009 έως 07.09.2009
Λήξη πληρωμής : 12.10.2009
Επόμενη μέτρηση 06.11.2009
Αυτούς τους δύο μήνες έκαψα 15 ευρώ φυσικό αέριο. Πάει να πει, το καλοκαίρι μαγείρεψα λίγο και πλενόμουν με δροσερό νερό. Και πως να μαγειρέψεις μες στον Ιούλιο και τον Αύγουστο, πάνω από την ανοιχτή φλόγα? Καίγεται ο αφαλός σου. Μόνο λικέρ για το μπαζάρ έκανα. Βύσσινο και amaretto. Τά λιασα στο πάνω μπαλκόνι σε καινούργιες γύαλες και τα καμάρωνα κάθε μέρα. με τόσο καμάρι και χάδι, πρέπει να γίνουν τέλεια. Άσε που τον Αύγουστο έλειψα για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες 3 ολόκληρες εβδομάδες. Άσε που το καλοκαίρι τό ‘ριξα τρελλά στην αλητεία και δεν με είδε το σπίτι μου καθόλου. Ξενύχτια και μαύροι κύκλοι στις μιλόνγκες, σφιχτές ιδρωμένες αγκαλιές και χορευτικά βήματα πανομοιότυπα σχεδόν με κοπανέλια πάνω σε μαξιλαράκι, στρογγυλά, στολισμένα, βουβά ενίοτε πονεμένα και πάντα μα πάντα μοναχικά. Κι ύστερα Πόρος, Μάνη, Κερκίνη, Άγγιστρο, Έδεσσα, Νυμφαίο, Πόζαρ. Παρέες γλυκές και τρυφερές. Λόγια της χαράς, λόγια συνομωτικά, γέλια, κλάματα, μοίρασμα, αγκαλιές, πάθος, κι άλλα γέλια, τραγούδια, ροκιές, αστεία έξυπνα, αστεια χαζά, αστεία για μεγάλους αστεία για παιδιά, επικοινωνία, γέλια πολλά και μοίρασμα και μια βδομάδα αλλιώτικη μές στη μέση του καλοκαιριού μες στην καρδιά του χρόνου που χώθηκε σαν σφήνα κι αναρωτιέσαι που βρέθηκε αυτή η σφήνα και σφήνωσε μες στην ψυχή μου ξαφνικά και γύρω της χαράχτηκαν ομόκεντροι κύκλοι όπως γύρω από το σημείο που το βότσαλο ανοίγει δρόμο μέσα στη θάλασσα. Κι΄υστερα κορμοράνοι, αργυροπελεκάνοι, οχθοχελίδονα, σταχτοτσικνιάδες, αργυροτσικνιάδες, νούφαρα, νεροβούβαλα, συκοφάγοι, αρκούδες, αράχνες, γρύλλοι και κουνούπια παντού! Κι ένα παιδικό γέλιο καμπανάκι που αντηχεί ακόμα στ’ αυτιά μου καθώς βουτάει το ξανθό κεφάλι στο καυτό νερό του χαμάμ, καθώς τρέχει με το ποδήλατο στην όχθη της λίμνης, καθώς αλλάζει cd στο αυτοκίνητο και μου διαβάζει τις πινακίδες στο δρόμο, καθώς φτιάχνει ιστορίες με αλατοπιπεριέρες και άλιεν, καθώς ρουφάει βυσινάδες μ’ ανθρακικό και κατατροπώνει βουβαλίσια σουτζουκάκια με κους κους κι αγοράζει τετράδια και μολύβια του Αρκτούρου , καθώς τραβάει κουπί στο κανώ και κάνει μούσκεμα την σατέν λουλουδένια μου τσάντα.
Καθώς ο λογαριασμός τυπωνόταν, είχα επιστρέψει ήδη στη δουλειά και είχα βρεθεί σ’ ένα γραφείο με λίγο αλλιώτικες σχέσεις. Σαν λίγο πιο βαθειές, σαν λίγο πιο ξυσμένες, αλλά αυτή δεν είναι η αλήθεια των σχέσεων? Όταν οι άνθρωποι έχουν το θάρρος να μαλώσουν, τότε στ’ αλήθεια αγαπιούνται. Καινούργιες φάτσες. Τι να σημαίνει άραγε ο κάθε νέος άνθρωπος που παρουσιάζεται στην αυλή μου? Πολλή δουλειά, πολύ στρες, ανακατατάξεις, απαιτήσεις, ανάγκες αλλά και αυτή η περίεργη οικειότητα της ρουτίνας. Τα βράδια, ήταν τρυφερά. Με ωραία φαγητά με φρούτα, με ανανάδες κομμένους κυβάκια σερβιρισμένους στο ρούχο τους, με μυστικά και ποίηματα, με funk ρυθμούς, με γέλια φυσικά και μια αναρώτηση : λες να είμαι “εκεί”? Κι ένα κλείσιμο του ματιού σχεδόν απειλητικό. Όσο απειλητικό δηλαδή μπορεί να είναι το κλείσιμο ενός γελαστού πράσινου ματιού. Τις ίδιες μέρες, κουβαλούσα από τη λαική ντομάτες μήλα και κρεμμύδια, από το σούπερ μάρκετ ζάχαρες και ξύδια και κλεινόμουνα στο μαγεριό μου πάνω από την ανοιχτή φλόγα κι έφτιαχνα κέτσαπ. Κόλλησε το σύμπαν από τη γλυκα του και βάφτηκαν όλα βαθυκόκκινα και πήραν τη βελουδένια του υφή. 2 μέρες τυλιγμένη σε ντομάτες και ζάχαρη με όλο τον εξόπλισμό μου ανοιχτό με βαζάκια ν’ αποστειρώνονται στο φούρνο και που και που κανένα χάδι στο λαιμό για κουράγιο. Βάλτε στην άκρη δυο δεκάρες για το ωραίο μου κέτσαπ να το πάρετε στο μπαζάρ. Θα στολίσει τα μπέργκερ σας σαν πορφύρα και θα ζωγραφίσει ωραίες κόκκινες καρδιές στ’ αυγά μάτια σας.
Την ώρα που ο λογαριασμός έμπαινε στο φάκελο, ήμουν στου Ζωγράφου. Με τα καλά μου τα μαύρα. Ετσι πάω εγώ στους αποχαιρετισμούς. Καλοχτενισμένη από το κομμωτήριο, με ψηλά παπούτσια και καλά μαύρα ρούχα. Και κυττάζω το φίλο μου που είναι ξαπλωμένος μέσα στο καράβι σα να κοιμάται και ξέρω οτι θυμάται τις κουβέντες που κάναμε πέρσυ στην Τήνο και γελάει. Είναι επίσημοι οι αποχαιρετισμοί. Πιο επίσημοι από τους γάμους. Θα κάνουμε καιρό να ξαναβρεθούμε, και πρέπει να φυλάμε στην καρδιά μας μια ωραία εικόνα του άλλου για να τον αναγνωρίσουμε εύκολα τότε. Κι είναι και τιμή να πηγαίνεις. Την ώρα που οι ώμοι σου δονούνται και τα μάτια σου καίνε, και μέσα σου η αιτία του μυστηριού γιγαντώνεται και δεν καταλαβαίνεις τίποτε πια, την ώρα που βλέπεις όλους αυτούς τους ανθρώπους που αγαπούσαν το φίλο σου και ήταν όλοι, κι εσύ μαζί, δεμένοι γύρω του σαν τα στολίδια στα βραχιόλια, και λείπει εκείνος, που ήταν ο συνδετικός κρίκος, καταλαβαίνεις οτι τίποτε δεν θα είναι ίδιο πια. Και για ν’ αποχωριστείς αυτή την παλιά ζωή, την έτσι, και να υποδεχθείς την αλλιώς, πρέπει να είσαι σοβαρός και καλοντυμένος. Επίσημος. Η αλλαγή είναι μεγάλη και η θέση μένει άδεια για πάντα. Κι απλώς ελπίζεις, ελπίζω, στην δικιά μου τελετή αποχωρισμού να είναι όλοι οι φίλοι μου γύρω και να με βλέπουν έστω και με την μισή αγάπη που βλέπαμε εμείς το Δημήτρη. Με τα καλά τους. Σαν να ερχόντουσαν στο γάμο μου.
Τη μέρα που πήρα στα χερια μου το λογαριασμό, είχαμε τη μεγάλη συνάντηση των εθελοντών στους Δρόμους Ζωής. Δεν πρόλαβα να γράψω τίποτε μ’ αυτά και μ’ αυτά. Όμως η συνάντηση πήγε τέλεια, απόδειξη πως οι άνθρωποι που μας αγαπούν πάντα το μαθαίνουν και πάντα είναι κοντά μας. Κι όχι μόνο. Χαρούμενες, γελαστές και λίγο εμβρόντητες είδα και μερικές καινούργιες φάτσες να μπαίνουν στην αυλή. Καμμιά δεκαπενταριά νέα και μεγαλύτερα παιδιά με πολύ πλατειά χαμόγελα και πολύ γελαστά μάτια. Μου έκανε εντύπωση πως σε μια τέτοια συνάντηση που ο κόσμος δεν πάει για να πάρει, παρά για να προσφέρει, ήρθε τόσος πολύς κόσμος. Κι όταν είπαμε για το μπαζάρ, πάλι συγκινήθηκα και παραλίγο να τα μπήξω. Έτσι είμαι εγώ. Όταν μιλάω για το μπαζάρ συγκινούμαι. Γιατί θυμάμαι αυτή την compact αγάπη που δεν κρατιέται μέσα και ξεχύνεται από τα παράθυρα και τις πόρτες και διαχέεται στην πόλη και μας βαπτίζει κάθε χρόνο καινούργιους και κάνουμε Χριστούγεννα έτσι βαμμένοι στην ουσία της. Γι αυτή την αγάπη δουλεύουμε όλοι από τον Ιούνιο φέτος. Νομίζαμε οτι ξεκινώντας νωρίς, θα μοιραζόταν η δουλειά πιο χαλαρά μεσα στο χρόνο! Χα! το άλλο με τον Τοτό το ξέρεις? Όσο πιο νωρίς ξεκινάς, τόσο πιο πολύ δουλεύεις. Ευτυχώς γιατί φέτος το μπαζάρ θα έχει συγκλονιστικά πράγματα. Όλα τα καλούδια του καλοκαιριού μπήκαν στα βαζάκια και σας περιμένουν. Κι ακόμα είναι Σεπτέμβρης. ΄
Την μέρα που πήρα το λογαριασμό, θύμωσα κιόλας. κι έσπασα ένα καινούργιο κανάτι. Ακούστηκε ο ήχος ο ξερός της τερρακότας που σπάει. Κι ύστερα σιωπή. Εχθές μάζεψα τα κομμάτια σ’ ένα βελούδινο σακκουλάκι. Που ξέρεις, καμμιά φορά γίνονται και θαύματα. Ίσως η αγάπη του μπαζάρ τα κολλήσει κι αυτά στεγανά. Αν όχι, όταν μ’ αποχαιρετήσετε, αυτό το σακκουλάκι το θέλω προσκεφάλι μου.
Σήμερα είναι η πρώτη μέρα της υπόλοιπης ζωής μου. Περιμένω όπως πάντα τον έρωτα να με ξεμυαλίσει και να με συνεπάρει, περιμένω το μπαζάρ με τρελλό καρδιοχτύπι και περιμένω και την αποψινή milonga με μεγάλη δίψα. Περιμένω και τα πράγματα που θα γίνουν ως την επόμενη μέτρηση του φυσικού αερίου. Θα πάω στη Λάρισα σ’ ένα σεμινάριο tango (καλά πόσο σουρρεάλ ακούγεται αυτό?) μ’ έναν από τους καλύτερους (και κουκλότερους) χορευτές στον κόσμο. Θα πάω στη Μύκονο να δω τα φιλαράκια μου και να τ’ αγκαλιάσω που τά ‘χω επιθυμήσει και να δοκιμάσουμε και τις καινούργιες τρούφες. Θα έρθει η αδελφούλα μου που μ’ αυτά και μ’αυτά δεν την είδα το καλοκαίρι και πολύ. Θα φτιάξω κι άλλα βαζάκια για το μπαζάρ, θα πιω τσάγια με τις φίλες μου στολίζοντας τα βαζάκια και θα μαγειρέψω πολύ. Και θα χορέψω όσο πιο πολύ μπορώ. Και θα λέω στους φίλους μου πόσο τους αγαπώ, κάθε μέρα. Έτσι, ωστε αν φύγω ξαφνικά κανά ταξίδι να το ξέρουν. Να το πιστεύουν. Να το θυμούνται.
Αυτοί οι λογαριασμοί, ώρες-ώρες, διηγούνται τις ζωές μας νομίζω.
Πρόσφατα σχόλια