Καλωσορίσματα

Δεν νομίζω πως μέχρι σήμερα, έχω δει άλλο site της αισθητικής και της ενσυναίσθησης του Τόπου του Δεν. Για την ακρίβεια, είμαι σίγουρη οτι δεν έχω δει. Σαν Δον Κιχώτης της ομορφιάς μου φαίνεται ο hdd345f, όπως τον φαντάζομαι διαβάζοντας τα γραπτά του εκεί και βλέποντας τον παραμυθένιο κόσμο του μέσα από τις εικόνες που μοιράζεται μαζί μας. Το σκοτεινό του δωμάτιο, είναι καλυμμένο παντού με καπιτονέ μετάξι. Όπου κι αν ακουμπήσει ο πόνος σου, είναι απαλά και δροσερά. Κι αν κανένα δάκρυ κυλήσει, δεν θα το δει κανείς, μες στο σκοτάδι.

Τώρα, ο hdd345f, έφτιαξε blog. Φωτεινό, λιτό, γεμάτο μουσικές και φωτογραφίες, μας περιμένει όλους όχι πια μόνο για να διαβάσουμε αλλά και για να διαδράσουμε με τον κύριο με το μουστάκι. Λοιπόν αγαπητέ μου, στα καλοσωρίσματά σας, έρχομαι μ’ ένα κέρασμα. Ένα sandwich που ελπίζω να το βάλετε στα μενού σας και να θυμάστε όταν το τρώτε, το αξίωμα που διέπει και τον Τόπο του Δεν και το blog σας : Η αισθητική προκύπτει κυρίως από την αφαίρεση και υπάρχει μόνο μέσα στην ποιότητα. Τα υπόλοιπα είναι φριχτές απομιμήσεις.

Το sandwich του Δεν

αφιερωμένο στον hdd345f

2 φέτες ψωμί με καρύδι

2 φέτες prosciutto

4-5 κλαράκια ρόκας

2 κ.σ. ricotta

ελαιόλαδο αρωματισμένο με φασκόμηλο

σιρόπι κρασιού ή γλάσο βαλσαμικού ξυδιού

Ραντίζουμε με ελάχιστο ελαιόλαδο τις φέτες του ψωμιού.

Απλώνουμε σε κάθε φέτα ψωμιού μια κ.σ. ricotta και μια φέτα prosciutto.

Τοποθετούμε τα φύλλα της ρόκας άκοπα πάνω στο ένα ψωμάκι. Τα ραντίζουμε με το σιρόπι κρασιού ή το γλάσσο του ξυδιού.

Κλείνουμε το sandwich και το απολαμβάνουμε με ένα δροσερό pinot grigio.

Αγαπητέ μου hdd345f, ελπίζω να μην σας χορτάσει απλώς. Αλλά να σας εμπνεύσει για κείμενα και φωτογραφίες που στολίζουν τον ιστό.

Advertisements

Τα μπλινί της γιαγιάς Άννας


Grandma’s Hands
Originally uploaded by slight clutter

Είναι τώρα δεκαπέντε μέρες που θέλω να γράψω δυο λόγια για τη γιαγιά. Η μαμά της φίλης μου της Αλεξάνδρας, η γιαγιά Άννα, ήρθε από την Τασκένδη πριν από ακριβώς 4 χρόνια. Με το που αντίκρυσε το Δημήτρη τον εγγονό της στο αεροδρόμιο, του είπε τη φράση : «Ήρθα να πεθάνω.»
Πήγα με πολύ ενθουσιασμό στο σπίτι της Αλεξάνδρας να την γνωρίσω. Είχα στο μυαλό μου μια ρωσίδα μπαμπούσκα με παρδαλό μαντήλι και μεγάλο κόμπο, όπως αυτή που διάβαζα μικρή στο «θείο Πλάτωνα» της Άλκης Ζέη. Τίποτε από όλα αυτά. Η γιαγιά είχε κοντά μαλλιά, δεν φορούσε μαντήλι και είχε χαραγμένο με τατουάζ στο χέρι της το όνομά της. Άννα. Δεν ήξερε λέξη ελληνικά παρά το ότι ο άνδρας της, ο μπαμπάς της Αλεξάνδρας ήταν Έλληνας. Μου άρεσε πολύ αυτή η μοντέρνα, ξύπνια γιαγιά και βούτηξα από τη βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρας τους ελληνορωσικούς διαλόγους και προσπάθησα να της πιάσω κουβέντα. Μου μάθαινε πως λένε το πηρούνι το μαχαίρι κι όλα τα του τραπεζιού στα ρωσικά, κι εγώ έβρισκα τις πιο απίθανες φράσεις από τους διαλόγους και τις της έλεγα για να γελάσει : «έχουμε έρθει με μια αντιπροσωπεία από το κόμμα». Τέζα στα γέλια η γιαγιά. Της φιλούσα το χέρι και της έλεγα ντασβιντάνια, όταν φεύγαμε.
Νομίζω πως αρχίσαμε να επικοινωνούμε την μέρα που της ζήτησα τη συνταγή για τα μπλινί. Το μάτι της έλαμψε κι άρχισε να λέει τη συνταγή στην Αλεξάνδρα για να μου την πει στα ελληνικά. Η Αλεξάνδρα, που σκυλοβαριόταν να μεταφράζει τους διαλόγους μου με τη γιαγιά, έλεγε συνέχεια : «κριέπες είναι καρίτσι μου», με την άψογη ρωσική προφορά της. Ώσπου μια μέρα, που η γιαγιά ήξερε ότι θα πάω, μου έφτιαξε μπλινί. Περισσότερη ήταν η χαρά μου που η γιαγιά θέλησε να με φιλέψει, παρά για τα μπλινί τα ίδια. Τα όποια, ειρρήσθω εν παρόδω, ήταν φαν-τα-στι-κα. Ετσι σφραγίστηκε η σχέση μου με τη γιαγιά. Μας κολλήσανε τα μπλινί. Κι έτσι πήρα κι εγώ το θάρρος και ζήτησα από τη Σάσα να πει στη μαμά της να φτιάξει μπλινί για το μπαζάρ πέρσυ τα Χριστούγεννα.
Πριν κανένα μήνα, η γιαγιά μπήκε στο νοσοκομείο. Ήταν η γιορτή της μητέρας όταν πήγα να τη δω. «Μόλις βγεις γιαγιά από δω, θα ‘ρθώ στο σπίτι να μου κάνεις μπλινί.» και της φίλησα το χεράκι της που έκαιγε από τον πυρετό. Η γιαγιά, παρά τον πυρετό ήταν χαρούμενη κι ευδιάθετη. Μετά από περίπου 3 εβδομάδες ξαναμπήκε στο νοσοκομείο, άσχημα πια. Δεν άνοιξε τα μάτια της όταν μπήκα στο δωμάτιο, και η Αλεξάνδρα την σκούντηξε δυνατά για να ξυπνήσει και της είπε μια φράση που δεν κατάλαβα, στα Ρωσικά. Μόνο δυο λέξεις γνώρισα από τη φράση. Τίνα και μπλινί. Ίσως της έλεγε, «ξύπνα μαμά, ήρθε η Τίνα. Τη θυμάσαι που της αρέσουν τα μπλινί?» Όμως η γιαγιά, δεν ξύπνησε. Και μετά από τρεις μέρες, κοιμήθηκε για τα καλά.
Η κηδεία της ήταν η πιο μικρή κηδεία που έχω δει. Η γιαγιά δεν είχε βγει σχεδόν ποτέ από το σπίτι εδώ στην Αθήνα. Δεν την ήξερε κανείς παρά μόνο οι στενοί φίλοι της Αλεξάνδρας και του Δημήτρη που πήγαιναν στο σπίτι. Ήταν δεν ήταν 20 άτομα στην κηδεία. Η γιαγιά, φορούσε μπλε μαντήλι, σφιχτά δεμένο κάτω από το σαγόνι, μπλε φόρεμα, το καλό της, και μια ωραία καρφίτσα. Ήταν πολύ όμορφη και περιποιημένη και προς στιγμή μου φάνηκε πως μου ‘κλεισε το μάτι, όπως τότε που μου έλεγε πως θα φτιάξει μπλινί να τα δοκιμάσω.
Σας δίνω την καλύτερη συνταγή μπλινί της συλλογής μου με την ελπίδα να σας αρέσουν. Κι αν σας αρέσουν πείτε μια ευχή γι αυτή τη γλυκειά γιαγιά που έφυγε με τα πόδια από τη Μόσχα για να πάει στην Τασκένδη να βρει την τύχη της την εποχή του Στάλιν.

Θα χρειαστείτε :

2 αυγά
2 κούπες γάλα ή ξινόγαλα
1 μικρό πακετάκι μαγιά
2 κ.σ. ζάχαρη
1 πρέζα αλάτι
2 κούπες αλεύρι που φουσκώνει μόνο του
ελαιόλαδο ή αραβοσιτέλαιο
Λιωμένο βούτυρο

Εκτέλεση

Όλα τα υλικά πρέπει να είναι σε θερμοκρασία δωματίου. Βγάλτε τα αυγά αρκετά νωρίτερα από το ψυγείο. Το γάλα, πρέπει να είναι χλιαρό, αλλά όχι ζεστό.
Σ’ ένα κεραμικό ή πλαστικό μπωλ (όχι μεταλλικό) διαλύστε τη μαγιά στο χλιαρό γάλα ή ξινόγαλα, προσθέστε 1 κ.σ. ζάχαρη και περίπου μισή κούπα κοσκινισμένο αλεύρι. Ανακατέψτε τα υλικά ώσπου να γίνει ένας ομοιογενής χυλός και αφήστε το χυλό να φουσκώσει σε ένα ζεστό μέρος, για μισή ώρα.
Προσθέστε την υπόλοιπη ζάχαρη. Ανακατέψτε απαλά και αρχίστε να κοσκινίζετε μέσα στο μείγμα το αλεύρι, περίπου μισή κούπα τη φορά. Όταν το αλεύρι έχει τελειώσει και το μείγμα είναι οιμοιογενές, προσθέστε 2 κ.σ. λάδι, ανακατέψτε καλά και διατηρείστε σε ζεστό μέρος το μείγμα.
Αλλείψτε ελάχιστο λάδι σε ένα αντικολλητικό τηγάνι και βάλτε το να κάψει πάρα πολύ (ώσπου να καπνίσει το λάδι). Βάλτε στο τηγάνι μια μικρή ποσότητα από το μείγμα και γύρτε το τηγάνι προς όλες τις κατευθύνσεις πολύ γρήγορα, ώστε το μείγμα να απλωθεί ομοιόμορφα παντού και το μπλινί να γίνει πολύ λεπτό. Όταν η επιφάνεια του μπλινί βγάλει φουσκάλες και δεν είναι πια ρευστή αναποδογυρίστε το, να ψηθεί κι από την άλλη, για μισό λεπτό περίπου. Βγάλτε το από το τηγάνι, κι αμέσως (χωρίς να ξαναλαδώσετε το τηγάνι) βάλτε το μείγμα για το επόμενο μπλινί. Μεχρι να ψηθεί το υπόλοιπο, αλλείψτε το προηγούμενο μπλινί με τη βοήθεια ενός πινέλου, με λιωμένο βούτυρο, από τη μια μεριά.
Συνεχίστε μέχρι να τελειώσει ο χυλός. Δεν θα ξαναχρειαστεί να λαδώσετε το τηγάνι καθόλου. Έχετε υπόψη σας ότι όπως όλες οι τηγανητές ζύμες, έτσι και τα πρώτα ένα δυο μπλινί, βγαίνουν χάλια. Από το τρίτο κι έπειτα τρώγονται.
Μπορείτε να κάνετε μπλινί σε δύο μεγέθη : μεγάλα σαν κρέπες που θα τα γεμίσετε με ανθότυρο και φρούτα του δάσους, ή κρέας ή λαχανικά, όπως ακριβώς γεμίζουμε τις κρέπες. Μικρά, με διάμετρο περίπου 3 εκατοστά, που μπορείτε να τα σερβίρεται με χαβιάρι, ή άλλα αυγά ψαριών, ή με μους καπνιστών ψαριών. Σ’ αυτή την περίπτωση δοκιμάστε να κάνετε τη ζύμη με ξινόγαλα. Γίνεται αρκετά πιο ξινή και ταιριάζει ωραία με τα αυγά. Θυμάμαι μια φορά, ότι σ’ ένα πάρτυ της αδελφής μου, είχα ψήσει τα μπλινί σε βαφλιέρα και τα είχα χωρίσει ακτινωτά σε καρδιές (που πριν αποτελούσαν τη βάφλα – μαργαρίτα). Τα συνόδεψα με σμετάνα και καπνιστό σολωμό, και κάνανε μεγάλες στράκες.

Τα μπλινί, όπως και όλα τα παρόμοια εδέσματα, τηγανήτες, κρέπες κλπ, συμβολίζουν τον ζεστό χρυσό ήλιο. Στη Ρωσία, γίνεται κάθε χρόνο μια μεγάλη γιορτή, η Μασλένιτσα για το καλωσόρισμα της Άνοιξης, περίπου στο τέλος του Φλεβάρη. Εκεί τα μπλινί έχουν την τιμητική τους και παρουσιάζονται σε διάφορες εκδοχές που εκπροσωπούν όλες τις εθνότητες που ζουν σ’ αυτήν την τεράστια χώρα.

Καλή αντάμωση γιαγιά.

Κορμός με mousse καπνιστής πέστροφας

Κορμός π�στροφας

Για το παντεσπάνι

80 γρ. μαργαρίνη

4 αυγά

1 κ.γ. θαλασσινό αλάτι

1 κ.γ. ζάχαρη

100 ml γάλα

200 ml αλεύρι για όλες τις χρήσεις

1 κ.γ. baking powder

½ κ.γ. κρεμόριο

λεπτοτριμμένο ξύσμα ενός λεμονιού

Κοσκινίζουμε το αλεύρι με το baking powder. Χτυπάμε τ’ ασπράδια με το κρεμόριο σ σφιχτή μαρέγκα. Σ’ ένα μπωλ, χτυπάμε με το μίξερ τη μαργαρίνη ν’ αφρατέψει. Προσθέτουμε όλα τα υπόλοιπα υλικά και χτυπαμε σε μέτρια ταχύτητα για περίπου 4 λεπτά. Όταν το μείγμα είναι έτοιμο, διπλώνουμε απαλά τη μαρέγκα στο μείγμα, με προσοχή για να μην «κάτσει».

Απλώνουμε στη λαμαρίνα του φούρνου, που έχουμε στρώσει με βουτυρωμένο λαδόχαρτο.

Ψήνουμε στους 180 βαθμούς για 20 λεπτά περίπου, ή ώσπου βυθίζοντας μια οδοντογλυφίδα στη ζύμη να βγαίνει καθαρή.

Μόλις ψηθεί το παντεσπάνι, το αναποδογυρίζουμε σε καθαρή πετσέτα της κουζίνας και αφαιρούμε με προσοχή το λαδόχαρτο. Τυλίγουμε το παντεσπάνι με τη βοήθεια της πετσέτας σε ρολλό και το αφήνουμε να κρυώσει τυλιγμένο για να διατηρήσει το σχήμα του.

Για την mousse καπνιστής πέστροφας

250 ml κρέμα γάλακτος με 35% λιπαρά

250 ml φρέσκο τυρί κρέμα

200 γρ φιλέτο καπνιστής πέστροφας

χυμμό και ξύσμα δύο λεμονιών

3 κ.σ. σχοινόπρασσο ψιλοκομμένο

1 κ.σ. κόκκους ροζ πιπεριού χονδροκοπανισμένους

1 κ.γ. θαλασσινό αλάτι

Χτυπάμε την κρέμα γάλακτος με το αλάτι και το ξύσμα σε σφιχτή σαντιγύ.

Σε άλλο μπωλ, χτυπάμε το τυρί κρέμα με το χυμό των λεμονιών να μαλακώσει και ν’ αφρατέψει. Προσθέτουμε το σχοινóπρασσο και το πιπέρι και συνεχίσουμε το χτύπημα. Προσθέτουμε το φιλέτο της πέστροφας κομμένο με το χέρι σε μικρά κομμάτια. Ανακατεύουμε καλά. Κρατάμε 2 κ.σ. από την σαντιγύ και την υπόλοιπη την διπλώνουμε απαλά στο μείγμα του τυριού, ώστε να ενωθεί και να ομογενοποιηθεί η mousse.

Συναρμολόγηση

Αφαιρούμε την πετσέτα από το παντεσπάνι. Απλώνουμε ομοιόμορφα τη mousse πέστροφας στο εσωτερικό του παντεσπανιού και τυλίγουμε σε ρολλό. Τοποθετούμε σε πιατέλα και στολίζουμε με ροζέτες από την σαντιγύ που έχουμε κρατήσει, λίγο σχοινόπρασσο και ροζ πιπέρι.

Από το περιοδικό Οινοδρόμιο

Σ’ ευχαριστώ πολύ Σύσση!

Κι από πάνω ο Θεός

Με τον Άγιο Βαλεντίνο

Σ’ αγαπώ και δε σε δίνω

Κανενός

Μεζεδάκι γενεθλίων

Δέκα λεπτά πριν φύγω από το γραφείο, σας καλώ για ένα μεζεδάκι, βιαστικό.
Όλους. Και κυρίως εκείνους που όλα αυτά τα χρόνια μου γράφουν στο προσωπικό μου μέηλ κάτι αναπάντεχα γράμματα, γεμάτα αγάπη κι αισιοδοξία.
Ανθρώπους που επιλέγουν να μη μιλήσουν φωναχτά, να ψυθιρίσουν στο αυτί μου, ότι συμφωνούν ή ότι διαφωνούν με κάτι και , όπως μυστικά και ήσυχα, να φυσήξουν μέσα στην καρδιά μου το αεράκι της φιλίας.

Θυμάμαι ανθρώπους που ποτέ δεν σχολίασαν ούτε ένα γραπτό μου, που ποτέ δεν σχολίασαν ούτε μια συνταγή μου, να μου γράφουν για να μου πουν ότι μ’ έχουν ανάμεσα στους δικούς τους ανθρώπους. Ότι σ’ ένα κείμενο μου, καθρέφτισαν κάτι από τη δική τους πραγματικότητα. Ή, τι τιμή για μένα, ότι με εμπιστεύονται στην επιλογή μου να στηρίξω το έργο των Δρόμων Ζωής και ότι θέλουν να το κάνουν κι ίδιοι κάτι για αυτό το έργο.

Θέλω να φωνάξω ευχαριστώ σε όλους πολύ δυνατά και ν’ ανοίξω διάπλατα την αγκαλιά μου, να τους βάλω όλους μέσα. Τα γράμματά τους είναι για μένα πανάκριβα δώρα. Είναι πολύτιμα. Τα φυλάω στην καρδιά μου.

Όπως και την αγάπη, όλων των άλλων φίλων, των λίγο πιο ομιλητικών, που γνώρισα στον ιστό και που μου έδειξαν την αγάπη τους με πολλούς τρόπους.

Αν μπορούσατε να έρθετε σπίτι μου απόψε, και να πιούμε ένα ρακάκι σπιτικό, θα σας τράτταρα μια πολύ απλή συνταγή του ποδαριού. Από αυτές που ξεπηδάνε απ’ τα τηγάνια την ώρα που ήρθανε απρόσκλητοι επισκέπτες και που θες οπωσδήποτε να τους βγάλεις κάτι από το χέρι σου, κι όχι σουβλάκια.
Καλοκαιρινή φτωχοσυνταγή αλλά μυρωδάτη κι αγαπημένη. Σας την κερνάω ελπίζοντας ότι αν ερχόμουνα εγώ σπίτι σας, ίσως να με κερνούσατε τυρί, ντομάτα και βρεμένο παξιμάδι, όπως τους πιο δικούς σας ανθρώπους. Τους πιο αγαπημένους.

Κολοκυθοφρουτάλια.

3-4 κολοκυθάκια από φιλικό κήπο
3-4 κρεμμυδάκια φρέσκα
2-3 κλωνάρια φρέσκου δυόσμου.
4 αυγά
Λίγο γάλα
Αλάτι και πιπέρι.

Κόβετε σε ροδέλλες τα κολοκυθάκια. Ομοίως και τα κρεμμυδάκια. Ψιλοκόβετε το δυόσμο.
Σωτάρετε το κρεμμυδάκι και το κολοκύθι σε ελαιόλαδο, ώσπου να μαραθούν ελαφρά. Δεν χρειάζεται να τηγανιστούν πολύ.
Χτυπάτε τα αυγά. Προσθέτετε το γάλα κι συνεχίζετε λίγο το χτύπημα. Προσθέτετε αλάτι και πιπέρι.
Αδειάζετε το μείγμα των αυγών στο τηγάνι με τα κολοκυθάκια.
Όταν η φρουτάλια ψηθεί από τη μια μεριά, την αναποδογυρίζετε.
Σερβίρετε όσο είναι ακόμα ζεστή, σε πολύ αγαπημένους με χωριάτικη σαλάτα και ρακή, ή λευκό κρασί παγωμένο.

Να με χαίρεστε και να σας χαίρομαι κι εγώ.

Εγώ είμαι και του σαλονιού, εγώ είμαι και του λιμανιού.

Μια από τις μαγικότερες ιδιότητες της γεύσης είναι ότι μπορεί να ενδύεται τους μανδύες των ονείρων μας. Ότι δηλαδή, ξυπνάει μέσα στο μυαλό μας εικόνες της ζωής. Άλλες τις έχουμε δει και ζήσει, άλλες τις φαντασιωνόμαστε. Όμως όλες μπορούν να περιγραφούν μέσω ενός πιάτου.

Πολύ πιο πετυχημένα και με μεγαλύτερο φάσμα το κάνουν αυτό τα μικρά μεζεδάκια, ή ορεκτικά, ή amuse-bouches. Και λέγοντας μικρά δεν εννοώ κατ’ ανάγκην μεγέθους μπουκιάς. Εννοώ, πράγματα με τα οποία δεν χορταίνεις. Όπως οι εικόνες ενός ονείρου ξεπηδούν η μια μετά την άλλη ταξιδεύοντας την ψυχή από μια ζούγκλα σ’ ένα αστικό σπίτι κι από τον υπόγειο στα σύννεφα, έτσι και οι μεζέδες, μπορούν να μας μεταφέρουν γευστικά μέσα σε δευτερόλεπτα, από ένα σκηνικό σε ένα άλλο.

Οι γεύσεις που διαλέγω να σας προτείνω σήμερα, είναι τόσο διαφορετικές μεταξύ τους, όσο και σημειολογικά αντίθετες. Πρόκειται για δύο αντίθετα πιάτα. Το πρώτο είναι ένα εκλεπτυσμένο ορεκτικό, μια ζωγραφιά, μια αέρινη γεύση, που προέρχεται από το βαρύ πυροβολικό των θαλασσών. Η εικόνα που μου φέρνει στο μυαλό, είναι μια όμορφη νέα γυναίκα, απλή αλλά εξαιρετικά γοητευτική, την ώρα που γέρνει ελαφρά τον μακρύ λαιμό της για να βάλει στο στόμα της το πηρούνι που σηκώνει ένα ροζ σύννεφο τυλιγμένο σ’ ένα αχνοπράσινο φύλλο, ζουμερό και τραγανό σαν το αυτί της άνοιξης: Μους σολωμού σε φύλλα αντιβ.
Το δεύτερο είναι ένα από τα πιο αγαπημένα μου παιχνίδια στην κουζίνα. Ο τρόπος να μεταμορφώσεις τα υπόλοιπα του χτεσινού φαγητού σ’ ένα ξύπνιο και λίγο μαγκάκι μεζεδάκι που να τρώγεται με τα δάκτυλα και να εξιτάρει τη γλώσσα σου και να θυμίζει στα εξ ων συνετέθει ότι «υπάρχει πάντα κάποιος πιο έξυπνος από σένα και ζεις για τη στιγμή που θα σε νικήσει». Είναι τραγανό και μαυρισμένο από της γρίλιες της σχάρας, είναι λίγο λιπαρό και μου φέρνει στο μυαλό ένα χαμίνι του σταθμού στο μεσοπόλεμο, που τρέχει να πάρει τη βαλίτσα της πιο πάνω κυρίας και τις πετάει δυο έξυπνες ατάκες για να εξασφαλίσει μεγαλύτερο φιλοδώρημα κι ένα χαμόγελο που θα το κάνει να περηφανεύεται στα άλλα χαμίνια : Κεσαντίγιας με ψητή γαλοπούλα ή κοτόπουλο (κατά προτίμηση από χτες.)

Mousse σολωμού σε φύλλα endive (σικορέ).
Για την Μιραντολίνα που αγαπάει τη ζωγραφική.

300 γρ. καπνιστό σολωμό
100 ml κρέμα γάλακτος με 35% λιπαρά
100 ml γιαούρτι στραγγιστό
το ασπράδι 1 αυγού χτυπημένο μαρέγγα
το ξύσμα 1 λεμονιού και ένα κ.γ. από το χυμό του
τα ωραία τραγανά φύλλα μιας αντίβ
ροζ πιπέρι
λίγο φρέσκο θυμάρι

Χτυπάμε την κρέμα σε σαντιγύ.
Χτυπάμε το σολωμό στη moulinette μαζί με το γιαούρτι.
Ανακατεύουμε απαλά το μείγμα του γιαουρτιού με την κρέμα.
Αρωματίζουμε με το ξύσμα λεμονιού, λίγο φρέσκο θυμάρι και κόκκους ροζ πιπεριού ανοιγμένους στο γουδί.
Τέλος, διπλώνουμε τη μαρέγκα στην κρέμα.
Γεμίζουμε τα φύλλα της αντιβ με το μείγμα με τη βοήθεια ενός κορνέ με χοντρή μύτη.
Στολίζουμε τη μους με ρόζ πιπέρι κι ένα μικρό κλωναράκι θυμαριού.
Αραδιάζουμε αντινωτά σε πιατέλα.
Συνοδεύουμε με ροζ σαμπάνια.

Tips :
Το να βάλω το σολωμό να γίνει λιώμα στη moulinette, μου φαινόταν για χρόνια ιεροσυλία. Αυτό όμως το απαλό έδεσμα, παίρνει υφή σύννεφου αν διαλυθεί ο σολωμός. Κι αυτό το απροσδιόριστο στην υφή αλλά εντελώς εμφανές στην έντονη γεύση του, κάνει το ορεκτικό πολύ σέξι. Τολμήστε το χωρίς ενδοιασμούς.
Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε χρώματα ζαχαροπλαστικής για να κάνετε λίγο πιο έντονο το χρώμα της κρέμας. (Εγώ το έκανα) Σ’ αυτή την περίπτωση, τα βάζετε στο στάδιο που χτυπάτε την κρέμα στο μίξερ να γίνει σαντιγύ. Θέλει λίγο κόκκινο και λίγο κίτρινο. Χρησιμοποιήστε τα σιγά-σιγά και με μέτρο για να μη φαίνεται ψεύτικο το αποτέλεσμα. Όλη η ιστορία είναι τα ψέμματα να είναι πειστικά.

Quesadillas με ψητή γαλοπούλα ή κοτόπουλο

 

2 κούπες ψητό ψαχνό κοτόπουλο ή γαλοπούλα, λεπτοκομμένο
1 ξερό κρεμμύδι (γκέο βαγκέο) λεπτοκομμένο.
2 σκελίδες σκόρδο κομμένες σε λεπτές φέτες.
1 κούπα τυρί που λιώνει (ό,τι έχετε στο σπίτι)
4 τορτίγιες από αλεύρι
Λίγο λάδι

Σωτάρουμε στο λάδι το κρεμμύδι μέχρι ν’ αρχίσει να ξανθαίνει.
Προσθέτουμε το σκόρδο και το φέρνουμε μερικές γυροβολιές μέχρι ν’ αρχίσει να μοσχοβολάει.
Προσθέτουμε το κρέας κι ανακατεύουμε να ζεσταθεί καλά.
Αποσύρουμε από τη φωτιά και ανακατεύουμε με το τριμμένο τυρί.
Απλώνουμε το μείγμα στη μισή επιφάνεια της τορτίγιας, και τη διπλώνουμε στα δύο. Η γέμιση πρέπει να είναι φτενή. Η κεσαντίγια δεν πρέπει να έχει μεγάλο πάχος. Τώρα έχει σχήμα μισοφέγγαρου. Την ψήνουμε για ελάχιστο χρόνο στο μαντέμι ή το άλλο το αντικολλητικό το ριγωτό που δεν ξέρω πως το λένε. Γυρίζουμε κι από την άλλη να κάνει ρίγες κι από τις δυο πλευρές. Την κόβουμε με το ροδάκι της πίτσας σε μισά ή τέταρτα. Συνεχίζουμε με τις υπόλοιπες τορτίγιες.

Tips :
Δεν χρειάζεται να έχετε χτεσινό κρέας για να φτιάξετε τις κεσαντίγιες. Μπορούν να γίνουν και με αγοραστό ψητό κοτόπουλο, ή με κοτόπουλο που θα το ψήσετε στο σπίτι και θα το επαλείψετε με μια αξιοπρεπή σάλτσα μπάρμπεκιου και τα δέοντα μυρωδικά. Τις έχω φτιάξει ακόμα και με καπνιστό μπούτι.
Σε μια στιγμή έκλαμψης, έσβησα κάποτε το κρέας με ένα σφηνάκι ξανθιά τεκίλα.
Κανονικά το τυρί θα έπρεπε να είναι ένα cheddar ή ένα Monterey Jack. Εγώ όμως τις φτιάχνω ή με γραβιέρα Κρήτης, η με τυρί του βοσκού (επίσης Κρήτης), ή με γραβιέρα Τραχειάς. Μου αρέσει αυτή η ελληνοποιημένη βερσιόν.
Μπορείτε να το παίξετε λατινοαμερικάνικη βραδιά, σερβίροντας τις κεσαντίγιες με σάλσα, γκουακαμόλε ή ξινή κρέμα (ελληνιστί sour cream). Πιείτε μπύρα.

Λοιπόν, όπως κι αν νοιώθετε, μάγκες ή κούκλες, καλή σας όρεξη.

Αρωματικά Κολοκυθάκια

Το καλοκαίρι, όσο κι αν θέλω μου είναι πολύ δύσκολο να μπαίνω στην κουζίνα.
Είμαι από κείνους τους τυχερούς που μαγειρεύουνε σε γκάζι. Τα πλεονεκτήματα της ανοιχτής φωτιάς, αναντίρρητα όσο κι αν είναι, συνοδεύονται από ένα τραγικό μειονέκτημα. Τη ζέστη. Σκας κι απελπίζεσαι, μαννούλα μου, μόλις σταθείς μπροστά στη φωτιά. Κι όταν έχεις την πολυτέλεια να μην χρειάζεται μέρα μπει, μέρα βγει, να φτιάξεις φαί για την οικογένεια (εμένα, η οικογένειά μου τρέφεται με ξηρά τροφή), όσο να πεις κυττάς να το αποφύγεις.

Αυτό το πιάτο, δροσερό, πολύ αρωματικό και χωρίς μαγείρεμα, είναι ένα εξαιρετικό πρώτο πιάτο, αλλά λόγω του τυριού και του κουκουναριού μπορεί κι από μόνο του να αποτελέσει ένα ελαφρύ γεύμα.

Χρειαζόμαστε :

½ κιλό κολοκυθάκια
½ ματσάκι δυόσμο πολύ φρέσκο (μόνο τα φύλλα)
¼ κούπας κουκουναρόσπορο
150 γρ. παρμεζάνα
ελαιόλαδο
χυμό λεμονιού
αλάτι
πιπέρι

Πως το κάνουμε

Σε μαντολίνο κόβουμε τα κολοκυθάκια κατά μήκος σε εξαιρετικά λεπτές φέτες.
Ψιλοκόβουμε πάρα πολύ τα φύλλα του δυόσμου.
Στρώνουμε σε πιάτα σε μονή στρώση τις φέτες των κολοκυθιών ακτινωτά, έτσι ώστε να επικαλύπτονται ελάχιστα η μία φέτα από την άλλη.
Πασπαλίζουμε τον δυόσμο σε όλη την επιφάνεια των κολοκυθιών
Ανακατεύουμε το λάδι με το λεμόνι και ραντίζουμε τα κολοκυθάκια.
Αλατίζουμε και πιπερώνουμε κατά βούληση.
Σπέρνουμε πάνω από τα κολοκυθάκια το κουκουνάρι, ωμό.
Αφήνουμε τα πιάτα για κανένα τέταρτο στο ψυγείο ν’ αναμειχθούν οι γεύσεις.
Πριν το σερβίρισμα προσθέτουμε την παρμεζάνα σε ξύσματα.
Στολίζουμε με τουφίτσες δυόσμου και, αν έχουμε, με κορφούλες από τα λουλούδια των κολοκυθιών.

Πιο θρεπτική και τουρλού παραλλαγή.

Ανακατεύουμε ένα κεσεδάκι γιαούρτι με το λαδολέμονο το αλάτι και το πιπέρι. Προσθέτουμε τον πολύ ψιλοκομμένο δυόσμο.
Σε άνετο μπωλ, ανακατεύουμε με προσοχή για να μην σπάσουν τις φέτες των κολοκυθιών, που όμως τις έχουμε κόψει εγκάρσια, με το μείγμα του γιαρουρτιού.
Αφήνουμε δέκα – δεκαπέντε λεπτά στο ψυγείο.

Magica de Spell