Επετειακόν

22 05 2009

Που λέτε βρέθηκα στον ιστό, μέσα από το Hungry.gr. Το hungry, ήταν σαν ένα φουαγέ, μεγάλο και στρογγυλό σαν τη Rotunda της Ρώμης με γύρω-γύρω πόρτες. Κάθε πόρτα άνοιγε σ’ ένα διάδρομο που έβγαζε σε μια κουζίνα. Μια πόρτα έβγαζε στην κουζίνα του Ρουσουνέλου και της Λουίζης, μια στου Κ.Κ.Μοίρη, μια στου kopoloso, μια στης Μάρως, μια στης Νένας, μια στης Πιπέρης, μια στης Άσπας , μια στου Beehappy, στης Μαίρης, στου Γιάννη, στου κυρίου Χρήστου, στης Μαρίας, στης Βαγγελιώς στης Ντίνας από τη Σπάρτη βεβαίως βεβαίως, και μια από αυτές και στη δική μου. Βεβαίως είχε και πολλές άλλες που βγαίνανε και σ’ άλλες κουζίνες πολύ άξιες. Μιλώ όμως γι αυτές, γιατί αυτές οι συγκεκριμένες, κάποια στιγμή, και υπάρχοντoς ακόμα του φουαγέ, σκάψανε λαγούμια για να κόβουνε δρόμο οι μάγειρες από τη μια κουζίνα στην άλλη. Το λάθος έγινε επειδή, κανείς από μας δεν ήταν μηχανικός και καθώς δεν είχαμε την δυνατότητα για μετρήσεις ακριβείας, κάναμε λάθη και λοξοδρομήσαμε στα λαγούμια κι αντί για τις κουζίνες βγήκαμε στις καρδιές. Ε, μετά βαριόμαστε να διορθώνουμε, είχαμε φάει και τα κουτάλια μας στο σκάψιμο, τ’ αφήσαμε έτσι.

Κάποια στιγμή λοιπόν βρεθήκαμε εδώ, στα μπλόγκια. Και μείνανε πίσω μας συνταγές αγαπημένες και πολύτιμες. Μια από αυτές ήταν για μένα τα αμυγδαλωτά της γιαγιάς μου της Θεοδότης. Πέραν του ότι είναι μια συγκλονιστική συνταγή και εξαιρετικά πετυχημένη, είναι και μια συνταγή με ιστορία. Θυμάμαι ότι στο πρώτο μπαζάρ των Δρόμων Ζωής που είχα ασχοληθεί κι εγώ, η φίλη μας η Ιωσηφίνα, είχε φτιάξει αυτά τα αμυγδαλωτά τα είχε συσκευάσει σε ωραία χρυσά κουτιά και είχε γράψει στην ετικέττα απ’ έξω με καλλιγραφικά γράμματα : «Αμυγδαλωτά γιαγιάς Θεοδότης». Το τι συγκινήθηκα δε λέγεται. Σκέφτηκα την ευχή της γιαγιάς μου για το μπαζάρ, κι ακόμα ότι θα μνημονευόταν τ’ όνομά της σε τόσα σπίτια και δάκρυσα. Η γιαγιά μου είναι η ιστορία μου στην κουζίνα.

GIAGIA
Δεν ξέρω αν σας το ‘χω πει, αλλά γενικώς, υπήρξα πολύ καλομαθημένη. Μέχρι να παντρευτώ στα 23 μου (όχι άλλες μούντζες, κλείσαμε για φέτος) δεν έπαιρνα μια χαρτοπετσέτα από δω να την πάω εκεί που λέει ο λόγος. Μόνο διάβασμα, beaute, μαλλί, νύχι κόκκινο, τακούνι κι έτσι. Και δουλειά βέβαια. Δεν καθόμουνα. Αλλά στο σπίτι γιοκ. Ως και τα ρούχα μου, μου τα σιδέρωνε η μαμά μου. Μόλις παντρεύτηκα όμως, ανακάλυψα ότι ήξερα να μαγειρεύω. Δηλαδή, όταν λέμε ήξερα, ήξερα. Και δεν εννοώ κρεμογαλατάδες με μακαρόνια, 4 τυριά μπέηκον και πιπεριά (μπλιαξ). Εννοώ αρνάκι καπαμά. Εννοώ μουσακά, αρακά με αγγινάρες αυγολέμονο, κακαβιά και τα συναφή. Πως έγινε αυτό το πράγμα. Απλούστατον: με καθαρά αυτιστικό τρόπο. Όταν εγώ πήγαινα στη γιαγιά μου και ξεκαλοκαίριαζα ή ξεπασχάλιαζα, την ακολουθούσα κατά πόδα. Αφού καμμιά φορά μου έλεγε, «Πήγαινε πιο κει μω’η μπασάρδω, θα σε πατήσω!» αλλά εγώ τίποτε. Και καθώς η γιαγιά μου η καρδερίνα μου, λημέριαζε στην κουζίνα, κουζινικά έβλεπα, κουζινικά μύριζα κουζινικά άκουγα, κουζινικά έμαθα. Βέβαια, θα μου πεις, η γιαγιά έπλεκε και με τις ώρες βελονάκι, αυτό πως σου ξέφυγε? Ανία μωρ’ αδέρφια μου. Με το που το έβλεπα πήγαινα γραμμή και χωνόμουνα στο πιο χοντρό βιβλίο μου κι ας το είχα ξαναδιαβάσει 8 φορές. Ενώ η κουζινίτσα, άλλη υπόθεση, χρώματα, αρώματα, ήχοι, γκαζιέρα, κατώι, ψώνια, πιο συναρπαστική. Τι να λέμε τώρα. Σαν βιβλίο του Ιουλίου Βερν live, μου φαινόταν. Κάπως έτσι λοιπόν έμαθα τις συνταγές χωρίς να τις έχω γραμμένες και τις έφτιαχνα στον άντρα μου, που όμως δεν. Τα ήθελε αλλιώς τα φαγητά. Και τέλος πάντων χωρίσαν οι δρόμοι μας διότι όπως είπε και ο Miguel Angel Zotto που ήρθε για το σεμινάριο tango στην Αθήνα, «αν ένα ζευγάρι μάθει να χορεύει καλά tango και παρ’ όλα αυτά δεν ταιριάζει χορευτικά, πάει στο δικηγόρο και χωρίζει». Και κουζινικά, θα προσθέσω και δεν θα το αναλύσω τώρα γιατί θα πάρει μέρες.
Έλεγα λοιπόν, πως Αυτή η συνταγή των αμυγδαλωτών έχει μεγάλη ιστορία. Εμείς τα φτιάχνουμε τα αμυγδαλωτά σε γάμους, βαπτίσεις, ονομαστικάς εορτάς και επετείους για κέρασμα. Είναι το εορταστικό γλυκό μας μαζί με τους κουραμπιέδες. Όταν λοιπόν το έγραψα αυτό και μόλις είχε γεννηθεί ο Βου, ο γιος του κοπολόζου, σκέφτεται ο κοπολόζος, «Γιατί να μην τα κάνουμε στην βάπτιση του γιου μας, παρά να τρέχουμε στα ζαχαροπλαστεία ν’ αγοράζουμε πλαστικά κεράσματα?» και τον συγχαίρω γι αυτή τη σκέψη γιατί την βρίσκω κιμπάρικη κι αρχοντική και μερακλίδικη. Ευτυχώς ως σώφρων κοπολόζος που είναι, του ‘κοψε να κάνει πρώτα μια δοκιμαστική δόση. Και τότε ήταν που έλαβα το πρώτο e-mail από φίλο με συνημμένες πρόστυχες φωτογραφίες.

naughtymarzipan1

naughtymarzipan3

«Καλά βρε κοπολόζε μου, του λέω, πόσο ανθόνερο έβαλες?» «Ένα ρακοπότηρο έλεγες, μου απαντάει, και σκέφτηκα ότι αφού στην Κρήτη τη ρακή την πίνουν στο ποτήρι του νερού, έβαλα ένα ποτήρι του νερού ανθόνερο.» Τότε μπήκε στη συνταγή και η διευκρίνιση για το μέγεθος του ρακοπότηρου, η συνταγή πέτυχε και κεράστηκε στο βαφτίση του Βου.

 

goodmarzipan1

Η δε ακόλουθη φωτογραφία ζητήθηκε από το MoMA και φυλάσσεται εκεί ως δείγμα pop art δίπλα στα έργα του Andy Warhol και του Roy Lichtenstein, δίνοντας έτσι στον kopoloso την θέση που του αξίζει στην ιστορία της Τέχνης.

naughtymarzipan2
Αυτή την συνταγή σας προσφέρω σήμερα σε στρογγυλό κρυστάλλινο πιατάκι κατάλληλο για μικρό κέρασμα και γλυκό του κουταλιού, μ ‘ένα ποτήρι κρύο νερό, σερβιρισμένα σε δίσκο στρωμένο με κεντητό στο βελονάκι πετσετάκι από λευκό βαμβακερό νήμα Αιγύπτου. 17 χρόνια μαγείρισσα, 8 χρόνια στον ιστό, 4 χρόνια μπλογκ, 40 χρόνια με αμυδαλωτά γιαγιάς Θεοδότης, γιορτάζω μ’ αυτή την συνταγή. Μια παράκληση έχω μόνο να σας κάνω. Όταν την τυπώνετε και όταν τη δίνετε στους φίλους σας, σας παρακαλώ, κρατήστε το όνομα της γιαγιάς μου στον τίτλο, να μνημονεύεται.

Αμυγδαλωτά γιαγιάς Θεοδότης

Υλικά
• 1 κιλό αμυγδαλόψιχα ασπρισμένη
• 2 ποτήρια ζάχαρη κρυσταλλική
• 2 πιατάκια του καφέ κοφτά σιμιγδάλι ψιλό
• 2 κουταλιές μέλι
• 2-3 κούπες ανθόνερο πολύ δυνατό
• 2 κούπες ζάχαρη άχνη
• Μοσχοκάρφια (γαρύφαλλα ολόκληρα) προαιρετικά
Ετοιμασία
1. Αλέθουμε τα αμύγδαλα στη moulinette (πρέπει να είναι πολύ λεπτοκομμένα) και ανακατεύουμε πολύ καλά με τη ζάχαρη, να κατανεμηθεί ομοιόμορφα στην πάστα του αμυγδάλου.
2. Σε μια λεκανίτσα ανακατεύουμε το μείγμα αμυγδάλου – ζάχαρης με το σιμιγδάλι, το μέλι και ραντίζουμε με λίγο ανθόνερο για να αποκτήσει η ζύμη συνεκτικότητα (υπολογίστε περίπου ένα ρακοπότηρο).
3. Αφήνουμε τη ζύμη να σταθεί περίπου 1 τέταρτο και ζυμώνουμε τη ζύμη καλά. (Δεν είναι μαλακή αλλά πλάθεται).
4. Αν τα αμυγδαλωτά είναι για δώρο ή κέρασμα στο σπίτι, τα πλάθουμε σε σχήμα βαρκούλας (μακρουλό, λίγο παχουλό και με μυτερές άκρες). Αν είναι για γιορτή ή κέρασμα σε γάμο ή βαφτίσια τα πλάθουμε σε σχήμα μικρού αχλαδιού και καρφώνουμε στην κορφή του καθενός από ένα μοσχοκάρφι.
5. Στρώνουμε σε ένα ταψί λαδόχαρτο καλά βουτυρωμένο.
6. Πριν ακουμπήσουμε τα αμυγδαλωτά στο ταψί, τα ακουμπάμε σε λίγο σιμιγδάλι που θα κολλήσει από κάτω τους και θα τα εμποδίσει να κολλήσουν.
7. Τα ψήνουμε σε χαμηλό φούρνο (150 βαθμούς) για περίπου 15 λεπτά ή ώσπου να ροδίσουν ελαφρά στην κορφή. Θα σας φαίνονται άψητα.
8. Τα βγάζουμε από τον φούρνο και τα αφήνουμε να κρυώσουν τελείως. Μέχρι να κρυώσουν δεν τα ακουμπάμε καθόλου γιατί διαλύονται.
9. Σε ένα μπολάκι κάπως φαρδουλό (να χωράει 5 αμυγδαλωτά το ένα δίπλα στο άλλο), βάζουμε το υπόλοιπο ανθόνερο. Σε ένα άλλο μπολάκι βάζουμε την άχνη.
10. Βουτάμε μέσα 4-5 αμυγδαλωτά και ξεκινώντας από το πρώτο που βουτήξαμε το τυλίγουμε πολύ καλά στη ζάχαρη άχνη.
11. Αυτό το κάνουμε για να μείνουν λίγο τα αμυγδαλωτά βουτηγμένα μέσα στο ανθόνερο, αλλά όχι και πολύ γιατί θα γίνουν λάσπη που έλεγε και η γιαγιά μου.
12. Τα αφήνουμε να στεγνώσουν τελείως (η άχνη θα έχει γίνει σαν κρούστα) και τα πασπαλίζουμε με αρκετή ζάχαρη άχνη με το σουρωτήρι, να γίνουν όμορφα.
13. Αν τα έχουμε φτιάξει αχλαδάκια, μπορούμε να ξεκαρφώσουμε με προσοχή το γαρύφαλλο και να το ξανακαρφώσουμε βάζοντας μαζί του και μια μικρούλα κορδελίτσα που θα εξέχει δεξιά κι αριστερά. Τα φυλάμε σε κουτί που κλείνει αεροστεγώς, γιατί στεγνώνουν εύκολα.
Γιαγιάκικο know-how:
Η γιαγιά μου ποτέ δεν αρκέστηκε σε δυνατό ανθόνερο για τα αμυγδαλωτά όσο κι αν της ορκιζόταν ο φαρμακοποιός ότι ήταν πολύ δυνατό και φρέσκο. Όταν ερχόταν στην Αθήνα (στη δική μου ζωή 3-4 φορές) πήγαινε στου Μπακάκου κι αγόραζε εσάνς και δυνάμωνε το ανθόνερο του φαρμακείου.
Τα μέτρα, μπορεί να σας φαίνονται ερασιτεχνικά και δυσνόητα. Για να σας τα εξηγήσω λίγο σας λέω ότι :
• Ποτήρι εννοούμε το all time classic ποτήρι νερού Γιούλα που είχαν όλες οι γιαγιάδες στα σπίτια τους (330ml).
• Πιατάκι εννοούμε το πιατάκι του Ελληνικού καφέ.
Ρακοπότηρο, εννοούμε το μικρό ποτηράκι σε σχήμα τουλίπας, όπου οι γιαγιάδες σέρβιραν παλιά τη μαστίχα, το «πίπερμαν», τη ρακή φυσικά και βεβαίως το κονιάκ. Είναι μικρότερο από ένα σφηνάκι και υπολογίζω την χωρητικότητά του γύρω στα 20 ml.
Οι γιαγιάδες φτιάχνανε με τέτοιες συνταγές θαύματα. Εμείς με τόσα μετράρια και μεζούρες έχουμε λίγο ευνουχίσει τη φαντασία μας.
Τα αμυγδαλωτά δεν τα πιάνουμε καθόλου όσο είναι ζεστά γιατί είναι πολύ μαλακά και διαλύονται. Κρυώνοντας όμως κάνουν απέξω μια ωραία κρούστα. Όταν τα βουτάμε στο ανθόνερο ξαναμαλακώνουν γι’ αυτό τους φερόμαστε με στοργή. Τα αγγίζουμε απαλά και τα κυλάμε απαλά στην άχνη. Η γιαγιά μου έκανε την άχνη ένα βουνό, πάνω σε μια εφημερίδα τα ακουμπούσε πάνω στην άχνη λίγα-λίγα και κουνούσε την εφημερίδα με το μαλακό, να πάει παντού η άχνη.
Τα αμυγδαλωτά της ήταν αμυγδαλωτά αναφοράς (όπως και ό,τι έκανε από κουραμπιέδες και ψωμί μέχρι μπουγάδα). Είχαν όλα το ίδιο ακριβώς μέγεθος και σχήμα και την ίδια πάντα state of the art γεύση. Λες να είχε ISO? Φανταστείτε ότι πολύ συχνά, οι γειτόνισσες της γιαγιάς μου, της ζητούσαν να τους φτιάξει αυτή τα αμυγδαλωτά τους γιατί λέει δεν τα πετυχαίνανε ούτε καν με την ίδια συνταγή. Και φανταστείτε ότι τα έψηνε σε ένα φουρνάκι στρογγυλό με αντίσταση γύρω – γύρω, την Casa που έκανε θραύση στην οικογένειά μας. Η θεία μου η Ελένη μες στην υπερβολή της είχε τρία διαφορετικά μεγέθη casa, εκτός από τον φούρνο της εννοείται. Αλλά αυτή είναι άλλη συζήτηση.
Έχω πάντως πειστεί ότι η συνταγή αυτή πετυχαίνει, γιατί ακόμα και η μαμά μου που είναι τελείως σουρεάλ μαγειρικά (και όχι μόνο) τα φτιάχνει σχεδόν τέλεια. Νομίζω ότι η γιαγιά μου κατεβαίνει από τον ουρανό και την βοηθάει. Γιατί επιπλέον η γιαγιά μου αγαπούσε πολύ τον πατέρα μου και γαμπρό της, που τα αμυγδαλωτά είναι το αγαπημένο του γλυκό (μαζί με την κρεμ καραμελέ). Κάθε του Ευαγγελισμού λοιπόν του έφτιαχνε μια δόση και του τα έδινε δώρο.
Αυτή η συνταγή δεν γίνεται σαν τα συνηθισμένα αμυγδαλωτά που μπορεί να έχετε αγοράσει στις Κυκλάδες ή στην Ύδρα και τις Σπέτσες ή στο Κρανίδι. Τούτα δω τα Ποριώτικα, γίνονται αφρός. Απαλά και μοσχομυριστά. Κι αν δεν θέλετε να τα φτιάξετε και βρεθείτε στον Πόρο, ρωτήστε που είναι το καφέ Sofrano στην παραλία μπείτε στο στενό στη γωνία του sofrano και αγοράστε ωραιότατα αμυγδαλωτά από το μικρό ζαχαροπλαστείο του Δάγκλη. Έχει επίσης ωραία καρυδάτα και παστέλι σπιτικό. Θα με θυμηθείτε.
Γιαγιά, με βλέπεις? Σε θυμάμαι και δακρύζω…


Ενέργειες

Πληροφορίες

18 απαντήσεις

22 05 2009
hdd345f

Χρόνια Πολλά! Με υγεία και με πολλές χαρές.

22 05 2009
maria

Αγαπητή magica. Διαβάζω το blog σου φανατικά εδώ και ένα χρόνο. Ερασιτέχνης μαγείρισσα γαρ… Το σημερινό Post όμως με συγκίνησε ιδιαίτερα.. Ειχα κι εγώ μια ιδιαίτερη σχέση με τη γιαγιά μου και μέσα από την δική σου ιστορία ξεπήδησαν τόσες μνήμες..Ας τις θυμόμαστε λοιπόν με
όλη τη νοσταλγία για τις μυρωδιές και τις μικρές, καθημερινές ομορφιές της κουζίνας τους! Μου έδωσες λοιπόν την ιδέα να επιχειρήσω να φτιάξω τα αμυγδαλωτα της γιαγιάς Θεοδότης και να τα προσφέρω σαν κέρασμα στα βαφτίσια της ανηψιάς μου! Μου φαίνεται σουπερ κέρασμα!! Ενθουσιάστηκα!! Μια ερώτηση..στη συνταγή που δίνεις περίπου πόσα κομμάτια βγαίνουν; Και περιμένουμε και άλλες συνταγές της γιαγιάς…

22 05 2009
Η άλλη Σταματίνα

Λοιπόν για κάποιο λόγο που δεν μπορώ να θυμηθώ τα αμυγδαλωτά ή μάλλον η ετοιμασία τους είναι από τις πιο έντονες και γλυκιές θύμησες από την κουζίνα της μαμάς μου και από την παιδική μου ηλικία. Ισως να είναι το ανθόνερο ή ίσως το σχήμα τους που ξέφευγε από το πλακέ ή στριφτό που είχαν τα κουλουράκια, είναι και η γεύση τους βέβαια, μη ξεχνιώμαστε. Κράτησα την ανάμνηση μέχρι τώρα και δεν τα έφτιαξα ποτέ, καθώς διαβάσα το post όμως και καθώς ο εγγονός μεγαλώνει άκουσα ένα Μμμ! να βγαίνει ….. το ανθόνερο μυρίζει ωραία, θα κάνω μερικές δοκιμές ίσως για τα βαφτίσια του κι εγώ και που ξέρεις ίσως να γράφει σε κάποιο blog μαγειρικής μετά από χρόνια για τα αμυγδαλωτά που έφτιαχνε μαζί με τη γιαγιά του. Ασε που αν τελικά φτάσει να γράφει σε blog σίγουρα θα θυμάται και τους φίλους της γιαγιάς που ξέρανε κάτι μυστικά μαγειρικής και είχανε και περίεργα ονόματα στα blog τους.

23 05 2009
kukuzelis

Αυτό είναι. Η καλή συνταγή είναι εκείνη που φας-δε φας τη φχαριστιέσαι.

23 05 2009
peftasteri

περίεργο πράγμα η κληρονομιά και πως να την χαρακτηρίσεις; υλική, πνευματική, ψυχική; Και ποια έχει την μεγαλύτερη αξία; Αυτή που σου προσφέρει οικονομικό όφελος, ή αυτή που ξεχειλίζει το νου με μνήμες αγαπημένες και στρογγυλεμένες; Ή την άλλη που σε κληροδοτεί ως μέσο μνήμης για τις επόμενες γενεές; ‘Οτι αγαπάμε το στρογγυλεύουμε, το γλυκαίνουμε από όποιες ακρούλες και αγκαθάκια και αυτό μας το ανταποδίδει με υπέροχες αναμνήσεις. Τα γλυκά της γιαγιάς, τα δαντελένια κατάλευκα πετσετάκια που δε λες να αποχωριστείς, αλλά ούτε τα στρώνεις και στο σπίτι σου και πόσα ακόμα.

Ρεμβάζω στην βεραντούλα μου, σε μια ήσυχη ανθρώπινη γειτονιά της Αθήνας, κωμική φιγούρα μάλλον με ένα laptop αγκαλιά, αραχτή στην μπαμπού κουνιστή πολυθρόνα, ετών 40 (και γω και η πολυθρόνα) κληρονομιά της πεθεράς μου, δώρο από τον πεθερό της και φτιαγμένη από τα χεράκια του. Απόδειξη κληρονομιάς ώς μέσο μνήμης των απογόνων τους. Μια αλλόκοτη κληρονομιά, ανεκτίμητης πνευματικής αξίας.

24 05 2009
Magica de Spell

@ hdd345f, ευχαριστούμε και στα δικά σας!

@ μαρια : Οι γιαγιάδες (και οι θειάδες) είναι μεγάλο κεφάλαιο. Βγαίνουν καμμιά 40αριά κομμάτια. Αλλά αυτό εξαρτάται πάντα από το μέγεθος που τα φτιάχνεις. Καλή επιτυχία.

@ η άλλη Σταματίνα : Κύττα να δεις τώρα που θα γίνεις και ζαχαροπλάστισσα για το εγγονάκι! Πάντως και αμυγδαλωτά να μη φτιάξεις και παγωτά να μη φτιάξεις, και μπλογκ να μην είχαν οι φίλοι σου, εσύ θα χαράξεις στην καρδιά του “εγγονάκι” την αγάπη με Α κεφαλαίο. Κι εκείνο θα ξέρει πως η γιαγιά του ηταν μια σπουδαία γυναίκα που έκανε την αγάπη πράξη για τον εαυτό της και έμπνευση για τους άλλους.

@ kuk : κοπιάστε και στη γιορτή μας για άλλες συνταγές, όπως κάθε χρόνο. Σε περιμένουμε.

@ πεφταστέρι : Όπως τα λες. Ό,τι αγαπάμε το στρογγυλεύουμε. Μακάρι να μπορούμε να στρογγυλέψουμε όλον τον κόσμο.

25 05 2009
scalidi

Καταπληκτικό! Κι εγώ ανακάλυψα ότι ήξερα να μαγειρεύω -σπιτικά, μαμαδίστικα, όχι εξελιγμένα όπως εσείς οι μύστες της γαστρονομίας- ήδη από την εφηβεία μου και το χρωστούσα στο διάβασμα που έκανα δίπλα στη μαμά μου στο τραπέζι της κουζίνας. Με την άκρη του ματιού μου είχα καταγράψει τα πάντα… Με συγκίνησες. Η γιαγιά σε βλέπει και θα χαίρεται, θα …καμαρώνει που λέμε και στο χωριό μου.

26 05 2009
kopoloso

Εκείνη η πρώτη -πριάπεια- απόπειρα έμεινε στην ιστορία της γειτονιάς μου ως το Καλοκαίρι της Ανεξήγητης Γονιμότητας (Τ.Κ.Τ.Α.Γ.). Οι οκτώ από τις δέκα γυναίκες που τόλμησαν τότε, να βάλουν στο στόμα τους ένα από εκείνα τα ακόλαστα αμυγδαλωτά, τεκνοποίησαν μέσα σε διάστημα μικρότερο του ενός έτους. Η κυρία Ζωή μάλιστα, από την απρόσμενη διάθεσή της για τεκνοποίηση στα εξήντα, έστειλε τον κύριο Ανδρέα (73) στο νοσοκομείο με αφυδάτωση, τέσσερις φορές, σε διάστημα δύο μόλις εβδομάδων. Στο απέναντι χαμηλό σπιτάκι, η κυρία Τασία και η συγκάτοικός της η κυρία Ελένη, αναγκάστηκαν να ξαναγοράσουν σερβιέτες στα ενενήντα τους. Τρομάξαμε να τους εξηγήσουμε τι σημαίνει “ζώνη ασφαλείας SecureGuard” και ποια η ακριβής χρήση των φτερών (στην αρχή τις κολλούσαν στα πόδια τους για να κάνουν παρκέ στο σαλόνι)


Είναι μια πανέμορφη συνταγή, γεμάτη αγάπη.
Χρόνια σου πολλά. Σε φιλώ.

26 05 2009
Magica de Spell

Σταυρούλα μου, έτσι ακριβώς. Με την άκρη του ματιού. Και με τη μέση δηλαδή, γιατί εγώ παρατηρούσα τα πάντα με μεγάλη περιεργεια. Τις αλουμινένιες κατσαρόλες και τα σαγανάκια, την γκαζιέρα τοποθετημένη στο τζάκι του μαγειρέματος, το φουστανάκι με το οποίο έντυνε τη φυάλη του γκαζιού για να μην φαίνεται αηδία, το βούτυρο γάλακτος απάνω- απάνω στο ντουλάπι, που η γιαγιά μου το χρησιμοποιούσε ακόμα και στα τηγανητά αυγά, το φθαρμένο της ξύλινο κουτάλι, τα φορμάκια αλουμινίου για κρέμες και πάγο, όλα, όλα. Μακάρι να ήξερε πόσο πολύ την αγαπούσα.

kopoloso, δεν παίζεσαι. Παρατρίχα και θα έλυνες το δημογραφικό. :-D
Σ’ ευχαριστώ, είσαι φίλος.

26 05 2009
Marina

Απολαυστικό το κείμενο, ιδιαίτερα το κομμάτι με την αείμνηστη γιαγιά σου που ευτυχώς της έμοιασες στα χρυσαφένια χέρια. Παρόλλο που είμαι ανεπίδεκτη στη ζαχαροπλαστική, σημειώνω τη συνταγή σου. Που ξέρεις..μπορεί να δοκιμάσω.
Ευχαριστώ

27 05 2009
Magica de Spell

Που χάθηκες Μαρινάκι? Ελα να σε δούμε στη γιορτή των παιδιών την Κυριακή.
Εγώ σ’ ευχαριστώ, για τα καλά λόγια.

27 05 2009
Νένα

Αγαπημένη μου, απήλαυσα το κείμενο (ως συνήθως) και με πρώτη ευκαιρία περιμένω κέρασμα.

27 05 2009
Magica de Spell

Νενάκι, με χαρά το κέρασμα αλλά δεν θα είναι αμυγδαλωτό. Έλα στην παράσταση και κάτι θα κάνουμε!
Φιλιά

31 05 2009
dimitris-r

Δεν το ξέρεις, αλλά εγώ τη γνώρισα τη γιαγιά σου τη Θεοδότη.
Σ’ ένα από κείνα τα ταξίδια με τον Πορτοκαλή Ήλιο (να τανε μήπως το Καμέλια, η Νεραίδα… που να θυμάμαι πια). Εκείνη πήγαινε από το Γαλατά στον Πόρο, εγώ έπιανα μόλις λιμάνι με πορεία για Σπέτσες. Τη γεύση του αμυγδαλωτού, τη γλύκα και τη ζεστασιά που πλημυρίζει τις καρδιές μας, οι γιαγιάδες του κόσμου -ευτυχώς- την έχουν στα μάτια τους. Τα ίδια εκείνα μαύρα μάτια που όσο τα βλέπω με ζαλίζουνε, αντάμωναν με τα δικά μου σε κάθε ταξίδι. (Εξαιρετική φωτογραφία παρεμπιπτόντως!)
Στο στενό του κυρίου Δάγκλη, μπήκα και ξαναμπήκα. Στην άσπρη σκόνη του είδα τον κόσμο ανάποδα. Υπήρχε κάπου στον κόσμο πια, ένα αμυγδαλωτό που δεν έμοιαζε καθόλου με του Σκαρόπουλου κι όμως ήταν αμυγδαλωτό. Και να σου πω, λίγο να την έφηνες την άσπρη σκόνη να σου γλυκάνει τα χείλη, λίγο ο αέρας να σου χιόνιζε άχνη στο μουστάκι, έλεγες ετούτο είναι άλλο πράμα, θεϊκό, πατάει γερά σε μνήμες γιαγιάδων και δεν είχες τρόπο να ξεφύγεις, μόνο να μπεις και να ξαναμπείς στο μικρό μαγαζάκι του κυρίου Δάγκλη.

Τινάκι να σου πω κάτι; Τόσα χρόνια που σε ξέρω εξακολουθείς να μας δημιουργείς το ίδιο πρόβλημα. Δεν ξέρω, αλλά κάτι πρέπει να κάνεις γι αυτό. Δεν μπορούμε βρε καλή μου να διαβάζουμε τα κείμενά σου και να τρελαινόμαστε. Δεν γίνεται!!! Ευχάριστα πράματα γράφεις… κλαίμε. Δυσάρεστα …μας δίνεις ελπίδες. Είσαι απίστευτη όταν μας ταξιδεύεις κι είσαι χρόνια αυτό: η πιο σημαντική αιτία κι αφορμή να σκάψουμε τα λαγούμια της καρδιάς στο Hungry. Χάρηκα που το μπακιρένιο μου κουτάλι άντεξε στο σκάψιμο κι αντάμωσαν οι φλέβες μας τότε.

Τα ‘κλαψα τ’ αμυγδαλωτά της γιαγιάς Θεοδότης να ξέρεις. Κι ήτανε -είναι- μια όμορφη μέρα εδώ στο νησί, ο καφές μυρωδάτος και το γλυκό τριαντάφυλλο (εδώ οι μνήμες της δικιάς μου γιαγιάς) το πέρασα ήδη στα βαζάκια του για τις δύσκολες ώρες …που μου πέφτει το ζάχαρο -ξέρεις- και θε’ να επικοινωνήσω με τους δικούς μου αποθαμένους!

Σ’ ευχαριστώ ακόμα μια φορά -το σωσες που με αναφέρεις πρώτο πρώτο στις πόρτες που ανοίγεις του hungry- και σε σφίγγω στην αγκαλιά μου, λίγο παραπάνω απ’ ότι θα κανε ο παλιο-κοπολόζος, που έκλεψε την παράσταση πάλι ο ανώμαλος. Άκου να αναστατώσει τις γριές της γειτονιάς του ο αμυγδαλητήριος, ο μπακαλιαρόμυθος, ο λουκανικοπαγιδευτής, ο παλιο εμπνευστής του Φάκα που ήθελε σαράντα γκόμενες πριαπόπληκτες για να φέρει βόλτα μια τριανταφυλλιά …κι ούτ’ ένα κουταλάκι γλυκό!

Καλημέρα, πάω να δουλέψω ήσυχος, που ακόμα δεν έμαθες να γράφεις… μόνο να φουσκώνεις πανιά στα πέλαγα και να μας κάνεις βόλτες στα λιμάνια σου.
Να ‘σαι καλά!

31 05 2009
λ.κ.

Tι δουλειά είχα τότε εγώ στις κουζίνες, ακόμα δεν κατάλαβα. Η μαγειρική μου ικανότητα εξαντλέιται μες στην εβδομάδα, στο ωραίο ψητό της Κυριακής, ένα όσπριο, δυο λαδερά, μία πάστα, μία αυγά-πατάτες και μία που πάντα σπάω το κεφάλι μου να δω τι θα μαγειρέψω (συνήθως η Πέμπτη μου το κάνει αυτό και της το χρωστάω της κακιασμένης).
Υποθέτω πως μου άρεσαν, και μου αρέσουν δλδ, τα φαγάκια που μαγειρεύουν οι άλλοι. Ειδικά αυτά που είναι στολισμένα με ιστορίες. Γι αυτό και τα δικά σου τα προτιμούσα.
Τα αμυγδαλωτά της γιαγιάς Θεοδότης δεν υπόσχομαι πως θα τα τολμήσω για να μην τα κακοποίσω. Κρατάω όμως τη γεύση που αφήνει η αφήγησή σου (εντάξει, ίσως με λίγη άχνη παραπάνω ;-) ).

1 06 2009
Magica de Spell

Δημήτρη,
Το Καμέλια ήταν συνήθως τοπικό, θυμάμαι. Το αγαπημένο μου ήταν το “Μυκήναι” δεν καταλάβαινα τι σήμαινε η λέξη. Για μένα σήμαινε, ωραίο καράβι. Με ωραία κομψή μυτερή πλώρη και το μπλε σήμα του στην άκρη της. Στο κατάστρωμα του πορτοκαλί ήλιου, έχω φωτογραφίες με το μπαμπά μου και το Γιώργο. Φοράω κάτι άθλια δίχρωμα πέδιλα που μου είχαν κάνει εντύπωση τότε, κόκκινο με κίτρινο λουστρίνι.
Καθόμασταν που λες το απόγευμα της Κυριακής στο σαλονάκι της γιαγιάς και περιμέναμε να περάσει το πλοίο από το μπογάζι. Εμείς τρώγαμε αμυγδαλωτά (τα γλυκά του κουταλιού δεν τα έτρωγα τότε) και ο μπαμπάς με το θείο έπιναν καφέ και μαστίχα. Το καλοκαίρι, υποβρύχιο. Όταν βλέπαμε το καράβι, ο μπαμπάς μου σήκωνε τη βαλίτσα με φόρα και φώναζε, “Οικογένεια, φύγαμε.” Θυμάμαι οτι φιλούσαμε το χέρι του παπού, αλλά της γιαγιάς ποτέ. Την αγκαλιάζαμε σφιχτά. Τα χέρια μου έφταναν γύρω από τα γόνατά της και όλο και ψηλότερα όσο ψήλωνα. Την λάτρευα. Ύστερα, τρέχαμε στα σοκκάκια για να προλάβουμε το καράβι. Πάντα έτσι γινόταν, ποτέ αλλιώς. Κι όταν μπαίναμε στο καράβι οι άντρες άκουγαν από τα τρανζιστοράκια το ποδόσφαιρο. Κυριακή απόγευμα.
Δημήτρη, η αγκαλιά σου με κάνει να θέλω να σου πω τη ζωή μου. Ως την πιο τελευταία σαχλή της λεπτομέρεια. Τα δίχρωμα παπούτσια, την τσάντα του Σαββατοκύριακου που είχε ράψει η μαμά μου, τη μυρωδιά της ντουλάπας της γιαγιάς. Ξέρεις, έχω τη ραπτομηχανή της στο Λεμονοδάσος. Μέσα έχει κάτι πλαστικά κουτιά από NIVEA και κάτι μεταλλικά από καλμόλ, που φύλαγε τα κουμπιά, τα μασουράκια, ξέρεις τώρα. Τ’ ανοιγω ακόμα καμμιά φορά και μυρίζω τη μυρωδιά της. Είναι η γιαγιά μου. Είναι η γιαγιά μου, δεν ξέρω τι άλλο να πω. Είναι η γιαγιά μου. Όπως εσύ, είσαι ο φίλος μου. Μερικές φορές μου λείπετε όλοι πολύ. Να όπως τώρα. Φιλιά, ρε.

Λουίζα, τι να σου πω ξεχωριστό, ως άνω. Μάγια ήτανε πουλάκι μου. Μάγια ήτανε που σε μπλέξανε εκεί μέσα. Μην το υποτιμάς το ωραίο ψητό της Κυριακής, γιατί μια ψυχούλα πέρσυ το λάτρεψε. Κι από κείνα τα μάγια βρέθηκε να τρώει το ωραίο σου ψητό στην κουζίνα σου εκείνη την Κυριακή και να το παινεύει. Σας αγαπώ πολύ.

Και σας περιμένω. ;-)

2 06 2009
m.

αχ βρε Τινάκι! και πώς είμαι σίγουρη τώρα ότι κάπου από ψηλά κάθονται παρέα οι γιαγιάδες μας και μας βλέπουν μέσα στις κουζίνες και μπροστά στα λάπτοπ και καθισμένες στα μπαράκια και μας ξομπλιάζουνε, ε? πώς?

φιλιά ρε! πάλι μ’ έκανες να κλάψω πρωί πρωί -και να δεις τι καλά που μου πάει πάντα η μέρα όταν ξεκινάει έτσι :-)

2 06 2009
Τζων Μπόης

Ρίχνω επιχειρηματική ιδέα κι όχι λεφτά, αυτά θα τα βάλεις εσύ :)

Ζαχαροπλαστείο με τα αμαγδαλωτά της γιαγιάς Θεοδότης.
Τον χώρο τον έχεις, τη συνταγή την έχεις, έχεις και το εξπερτίζ, τι άλλο θες; Τι παραπάνω δηλαδή έχει η Δέσποινα με τα μιλ φέιγ και ο Κωνσταντινίδης με τα προφιτερόλ;

Ωραία να ξεκινά έτσι η μέρα, πράγματι…

Φιλιά Τίνα

Γράψτε ένα σχόλιο