Για την Volver, την Χριστίνα, την Άννα, την Τέτη, την Ειρήνη,την Μαρία από την Κρήτη,

και όλες αυτές τις κυρίες που έρχονται και με βρίσκουν στο μπαζάρ.

Το blogging, είναι ένα ευλογημένο πράμα. Ανοίγεις τον υπολογιστή σου, γράφεις τις αράδες σου, πατάς δημοσίευση και αίφνης οι αράδες σου γρήγορα, ανέξοδα και χωρίς προσπάθεια, έχουνε φτάσει σ’ ένα χώρο που μοιάζει με αίθουσα αναμονής. Έπειτα από λίγο χρόνο, οι άνθρωποι που επισκέπτονται την αίθουσα αναμονής έχουν γίνει κοινωνοί των αράδων σου και κάποιοι από αυτούς επιλέγουν ν’ αφήσουν τις δικές τους αράδες στον ίδιο καναπέ με τις δικές σου. Τότε το μπλόγκινγκ μετατρέπεται σε διάλογο.

Η περίπτωση “μπλόγγερ” έχει προσεγγιστεί πολλές φορές από πολύ κόσμο. Όλοι έχουν την άποψή τους γι αυτήν. Κυρίως οι ίδιοι οι μπλόγγερς και οι δημοσιογράφοι. Αδιαφορώ για όλα αυτά. Ξεκίνησα να μπλογκάρω σε μια φάση της ζωής μου που μια βαριά κουρτίνα έκρυβε την ψυχήμου από μένα και μια άλλη βαρύτερη εμένα από τον κόσμο. Το μπλογκ έγινε τότε για μένα ένα μπαλλόνι. Το φούσκωνα με την ανάσα μου κι έβλεπα μετά τις σκέψεις και τα συναισθήματα που είχα φυσήξει μέσα. Έτσι, αργά - αργά άρχισε να διαλύεται η κουρτίνα που με χώριζε από την ψυχή μου. Την ίδια περίπου περίοδο, άρχισα στην αρχή να υποψιάζομαι και μετά να καταλαβαίνω, οτι υπήρχαν ορισμένες ψυχές που για δικούς τους λόγους καθρεφτιζόντουσαν στα γραφτά μου. Κάθε που μια τέτοια υποψία εδραιωνόταν μέσα μου, μια τρύπα άνοιγε στην κουρτίνα που με χώριζε από τον κόσμο. Βλέπεις στην αλήθεια, στην αληθινή ζωή, δεν είμαι έτσι. Μιλάω συχνά βέβαια και πολύ, αλλά περισσότερο γι αυτά που μου συμβαίνουν και πολύ λίγο γι αυτά που νοιώθω. Οι φίλοι μου, πολύ σπάνια μ’ ακούνε να περιγράφω συναισθήματα. Τις πιο πολλές φορές ψυχαναλύω με τη λογική των εαυτό μου και τους άλλους. Γιατί μ’ αγαπάνε, δεν ξέρω, στ’ αλήθεια. Αυτοί πάντως που μ’ αγαπάνε ξέρουν πως “εσύ μιλάς πολύ αλλά δε λες τίποτε” που μού ‘πε κάποτε παλιά ένας φίλος μου. Τι διάτανο, πως με καταλαβαίνουν, στ’αλήθεια δεν ξέρω. Μάλλον με αντέχουν χωρίς να με καταλαβαίνουν.

Εδώ μέσα που λες, είναι λίγο το δωμάτιο του μεγάλου αδελφού. Ωρες ώρες ξεχνάς πως σε παρατηρούν κι άλλοι. Γράφεις για τον εαυτό σου, τις βαθειές σου αλήθειες και όταν καμμιά φορά βρίσκεται μια ψυχή και σου λέει, “σε νοιώθω”, ανοίγει ένα παράθυρο και μπαίνει αέρας επικοινωνίας.

Στην αληθινή ζωή, παίζουμε ρόλους. Εγώ, πολλούς. Της αυστηρής αφεντικίνας, της μοιραίας γυναίκας (που είναι και ο πιο αγαπημένος μου αλλά για κάποιο λόγο δεν πιάνει :-D ), της καλής αδελφής, ξέρεις τώρα πως είναι.

Εδώ μέσα, είμαι ο εαυτός μου. Είμαι εγώ. Εδώ και στο κέντρο με τα παιδιά. Τα τελευταία, ταπολύ τελευταία χρόνια, πίεσα τον εαυτό μου να αρθρώνει προφορικά με λέξεις, αυτά που νοιώθει. Ανθρωποι που δεν με ήξεραν παλιότερα, ίσως νομίζουν πως εγώ είμαι έτσι, εύκολη στα λόγια. Δεν είμαι. Προσπαθώ. Γιατί όταν σας κυττάζω καμμιά φορά, όλους εσάς με τους οποίους διαδρώ, νοιώθω πως δεν θα έχω ξανά την ευκαιρία να σας πω αυτά που νοιώθω. Κι είναι κρίμα να μην τα μάθετε. Αυτά είναι τα διαμάντια μου.

Ανατέμνω, που λες την ψυχή μου σ’ ένα auditorium. Αυτό που βλέπετε, που διαβάζετε, είναι η αλήθεια. Όπως είναι αλήθεια οτι σας έχω ανάγκη. Τους φίλους μου, γιατί έχουν τη λεπτότητα όταν με βλέπουν να κάνουν πως δεν έχουν διαβάσει τα τόσα μυστικά μου. Κι εσάς γιατί χωρίς να μου μιλάτε, συντονίζεστε μαζί μου μες στην κοσμική σούπα. Γιατί όλη αυτή η ενέργεια που μας συνδέει σε χαλαρά γαιτανάκια, εμένα μ’ αγγίζει. Με προστατεύει. Κι όταν τα βράδια κοιμάμαι μόνη με φυλάει από τους εφιάλτες σαν ονειροπαγίδα. Αυτή την ονειροπαγίδα που αγοράζω στο μπαζάρ κάθε χρόνο όταν μαθαίνω πως η Μαρία παρατάει της δουλειές της για να φτιάξει εκπληκτικά τσουρέκια κάθε Πάσχα, πως μια άγνωστή μου κυρία φτιάχνει κεριά χρησιμοποώντας τις αναμνήσεις του καλοκαιριού, πως πάει το καινούργιο σπίτι της Ειρήνης, και πως εσύ, με νοιώθεις.

Μόνο σας παρακαλώ πολύ, προσπέφτω στα πόδια σας. Αν δουλεύετε σε κάποια εταιρεία που συνεργάζομαι, μην λέτε στους συνεργάτες μου οτι διαβάζετε το μπλογκ. Στο γραφείο, το παίζω αλλιώς ;-)