Πρωτομπήκα σ’ αυτό το σπίτι το Δεκέμβρη του 2001.
Βιάστηκα να το τελειώσω και να μπω μέσα. Ήταν μια περίοδος αλαζονείας. Είχα (και ξόδευα) πολλά χρήματα, η δουλειά μου πήγαινε καλά, είχα ένα καινούργια αστικό διαμέρισμα στο κέντρο, ήμουν 32 χρονών. Ένοιωθα, καβάλα στ’ άλογο. Όλος ο κόσμος, ήταν δικός μου. Φόρτωσα το έχειν μου σε μια νταλίκα και τσουπ, έφτασα.
Ήθελα να κάνω Χριστούγεννα στο καινούργιο σπίτι. Λες και δεν θα ξαναερχόντουσαν Χριστούγεννα… Ανυπόμονη πάντα. Βιαστική.

Έλεγα και ξανάλεγα, ότι όποιος έμπαινε σ’ αυτό το σπίτι, αδιάφορο αν θα του αρέσει ή όχι, θα καταλαβαίνει ότι μπήκε στο σπίτι της Magica (τότε με λέγαν αλλιώς βέβαια…) Ήμουν περήφανη (γιατί άραγε?) για το ολόμαυρο πλακάκι της κουζίνας, το μπάνιο της κρεβατοκάμαράς μου με τη γιαπωνέζικη πόρτα, τους φραουλί καναπέδες μου, την γυάλινη πόρτα της κουζίνας, την γκαζιέρα. Όμως, χωρίς να το καταλάβω βουτιόμουνα στη θλίψη. Σιγά – σιγά, χωρίς να παίρνω πρέφα τι συμβαίνει…

Το μίσησα το σπίτι. Ηρθανε χρόνοι δίσεκτοι και με βούτηξε στα χρέη. Ήταν κοντά στους γονείς μου, που αντιπαθούσα από παιδί. Δεν είχε χώρο για τα βιβλία μου μια και δεν υπήρχαν χρήματα για βιβλιοθήκη και τα στρίμωξα όλα σε μια ντουλάπα. Η ραπτομηχανή μου πήγε στο υπόγειο. Η ψυχή μου έγινε άνω κάτω. Και τέλος, το αγαπημένο μου σκυλί, ο άγγελος του Θεού μεταμφιεσμένος σε σκύλο, η προικισμένη μου, αγαπημένη Μελένια, πέθανε. Πέθανε σε μια στιγμή που δεν το περίμενα και με βρήκε απροετοίμαστη την ώρα που έπινα καφέ στο Θησείο. Δίπλα μου. Τότε το μίσος μου για το σπίτι γιγαντώθηκε. Ξεχείλισε από τα παράθυρα, χύθηκε έξω και επεκτάθηκε και στη γειτονιά. Δεν ήθελα να πηγαίνω στο Θησείο ούτε γι αστείο.

…………………

Φέτος μ’ έπιασε μια μανία να το φτιάξω. Κάτι σε : ή αυτό ή εγώ. Δεν γινότανε να το αφήσω να επικρατήσει επάνω μου και να με στοιχειώνει κατ’ αυτό το σαρωτικό τρόπο! Ως εδώ και μη παρέκει. Εξ’ αλλου, όπως κατάλαβα εκ των υστέρων, το σπίτι αυτό, ήταν η Magica του 2001. Όχι η Magica του 2005, αν με εννοείτε. Θα σε βάλω λοιπόν κι εγώ σπιτάκι στο κρεβάτι του Προκρούστη και θα σε φέρω στα μέτρα μου. και θα ξεκινήσω από τα πολύ βασικά.
Εν πρώτοις μεσούντος του καλοκαιριού, έβαλα μπαλκόνι στην κουζίνα. Εννοείται, παράνομο. Τέτοια θα λέμε τώρα? Το έβαλα που λέτε και μόλις γύρισα από τις διακοπές, σαν χαρούμενο πουλάκι, του πέρασα σκοινί του απλώματος, από το ακριβό, και άπλωσα τις μπουγάδες μου για να του δείξω ποιος κάνει κουμάντο.
Την ίδια εποχή, έκοψα μια αισχρή μεταλλική πέργκολα που ο απατεώνας ο εργολάβος έβαλε στην βεράντα μου, κι έβαλα τέντα.
Παράγγειλα βιβλιοθήκη στον καλύτερο ξυλουργό του κόσμου, παράγγειλα και γραφείο και ετοιμάστηκα για να φτιάξω επιτέλους το δωμάτιο που θα στεγάσει τα βιβλία μου και ενίοτε την ραπτομηχανή μου. Το μόνο που ήθελε ήταν ένα βάψιμο. όχι για καθαριότητα, για αλλαγή σκηνικού.

Την περασμένη Παρασκευή, που λέτε, πήγα στην Καλλιθέα κι αγόρασα 5 λίτρα κερασί χρώμα και δυόμιση βανίλια. Αγόρασα και ρολλά και πινέλα και σκαφάκι, και στόκο και σπάτουλες και γυαλόχαρτο. Και το Σάββατο μόλις ξύπνησα, έπιασα δουλειά. Μου βγήκε το λάδι. Ξεθεώθηκα. Μου πονάνε όλα τα κόκκαλα. Ακόμα κι αυτό που στηρίζει το φτερό της ουράς. Ακόμα και το ράμφος. Όμως τώρα, έχω ένα δωμάτιο γρανίτα κεράσι με κρέμα βανίλια μ’ ένα μικρό lit de repos που θα ξαπλώνω να βλέπω τα βιβλία μου, να τα ξαναγνωρίσω και να με ξαναγνωρίσουν. Έχω ένα δωμάτιο κρυφό, για να γαζώσω κουρτίνες για το σπίτι του Λεμονοδάσους, και να ράψω στο χέρι στριφώματα από στενές φούστες. Έχω ένα δωμάτιο που θα μου θυμίζει το καλοκαίρι, όλο το χειμώνα. Κι αυτό, είναι μόνο η αρχή.

Μόλις ο κύριος Σπύρος φέρει τη βιλιοθήκη και τακτοποιηθούμε, σκέφτομαι να κάνω την κρεβατοκάμαρα arabesque, με τοίχους στο χρώμα του σαφράν, του σιναπιού, της κανέλλας και του αστεροειδούς γλυκανίσου και ριχτάρια στο χρώμα του δαμάσκηνου. Σεντόνια σταφυλιά βουργουνδί, και μεγάλα μαξιλάρια.

Τώρα που το ξανασκέφτομαι, η κουζίνα, εφορμά στο υπόλοιπο σπίτι.
Μήπως αυτή, είναι η Magica του 2005?